Θηρασία

1. Φυσικός χώρος – περιβάλλον

Η Θηρασία ή Θηρασιά ανήκει στο νησιωτικό σύνολο των Κυκλάδων. Βρίσκεται δυτικά της Σαντορίνης και μαζί με το Ασπρονήσι, την Παλαιά και τη Νέα Καμένη δημιουργούν ένα μικρό σύμπλεγμα. Τα νησιά αυτά προέκυψαν μετά την ηφαιστειακή έκρηξη που δημιούργησε το θαλάσσιο χώρο της καλδέρας, όταν το νερό εισχώρησε και κάλυψε τη γη στο εσωτερικό του νησιού. Έτσι το προϋπάρχον νησί, η επονομαζόμενη Στρογγύλη των Κλασικών χρόνων, έδωσε τη θέση του σε πέντε μικρότερα, με μεγαλύτερο αυτό της Θήρας και με τη Θηρασία δεύτερη σε μέγεθος.

Το νησί έχει σχήμα επίμηκες με κατεύθυνση βορρά-νότου και συνολική επιφάνεια που δεν ξεπερνά τα 9,3 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Η μορφολογία του εδάφους θυμίζει έντονα αυτή της Θήρας: ηφαιστειακά υλικά, όπως τέφρα και κίσσηρη, από την τελευταία μεγάλη έκρηξη του ηφαιστείου (γύρω στο 1650 π.Χ.) σκεπάζουν το μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειας της Θηρασίας, σε ύψος πολλών μέτρων σε κάποιες περιπτώσεις. Όπου έχει επιδράσει η διαβρωτική ενέργεια των ισχυρών ανέμων ή του νερού, τα πρόσφατα ηφαιστειακά υλικά έχουν απομακρυνθεί αποκαλύπτοντας το υποκείμενο πέτρωμα. Και σε αυτή την περίπτωση πρόκειται για ηφαιστειακή λάβα σε διάφορους χρωματισμούς, που χρησιμοποιήθηκε και στην κατασκευή των σπιτιών στους λίγους οικισμούς του νησιού.

2. Οικισμοί

Η Θηρασία αποτελούσε αυτόνομο δήμο, πρόσφατα όμως (με το νόμο «Καποδίστρια») εντάχθηκε διοικητικά στην Κοινότητα Οίας. Το νησί είναι πλέον αραιοκατοικημένο. Σύμφωνα με δημογραφικά στοιχεία, μέχρι το 1895 ο πληθυσμός αυξανόταν σταδιακά (έφτασε τους 855 κατοίκους), ενώ στις μέρες μας και κατά τη διάρκεια του χειμώνα οι κάτοικοι ίσως δεν είναι περισσότεροι από 150. Μόνο δύο χωριά κατοικούνται σήμερα: ο παραδοσιακός οικισμός και πρωτεύουσα, ο Μανωλάς (Θηρασία), που είναι χτισμένος κατά μήκος των απόκρημνων ανατολικών γραμμών, και ο Ποταμός, που βρίσκεται σε ρεματιά στο δυτικό τμήμα του νησιού. Υπάρχουν επίσης και δύο εγκαταλειμμένοι οικισμοί: η Αγρηλιά και η Κερά.

Το νησί εξυπηρετείται από δύο μικρά λιμάνια: τη Ρίβα στο βόρειο άκρο και τον Κόρφου, το επίνειο του Μανωλά. Στο πρώτο, που αποτελεί το κεντρικό λιμάνι του νησιού –ονομάζεται και Σάντα Ιρένε από το ομώνυμο εκκλησάκι που βρίσκεται εκεί– προσεγγίζουν κυρίως σκάφη προερχόμενα από τα λιμάνια της Οίας και του Αθηνιού στη Σαντορίνη. Το δεύτερο λειτουργεί κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες για τουριστικούς λόγους. Και στα δύο λιμάνια υπάρχουν λίγοι μόνιμοι κάτοικοι.

3. Ιστορία – Αρχαιολογικοί χώροι και μνημεία

Για την προέλευση του ονόματος του νησιού δεν υπάρχουν συγκεκριμένες πληροφορίες. Σύμφωνα με την παράδοση, ίσως έχει μυθολογική προέλευση, από τη μικρή κόρη του βασιλιά Θήρα, τη Θηρασία, στην οποία το παραχώρησε ο βασιλιάς και έχτισε ανάκτορο σε περίοπτη θέση (στη σημερινή περιοχή Κάβου-Κόρφου).

Από τις ελάχιστες αρχαιολογικές έρευνες που έχουν γίνει μέχρι σήμερα, έχουν διαπιστωθεί στο νότιο άκρο του νησιού ίχνη κατοίκησης τουλάχιστον σύγχρονα με το γνωστό προϊστορικό οικισμό του Ακρωτηρίου (17ος αι. π.Χ.). Πιο συγκεκριμένα, στα εγκαταλειμμένα πλέον Ορυχεία Αλαφούζου ήρθαν στην επιφάνεια αρχιτεκτονικά κατάλοιπα και λιγοστή κεραμική, που χρονολογούνται στην ίδια περίοδο με τον οικισμό της Σαντορίνης. Στην Κλασική περίοδο ανήκουν τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα που έχουν εντοπιστεί στο βόρειο τμήμα του νησιού.

4. Αρχιτεκτονική

Τα σπίτια του νησιού έχουν την παραδοσιακή υπόσκαφη μορφή τους, που διατηρεί δροσιά το καλοκαίρι και ζέστη το χειμώνα. Έχουν θολωτή ανωδομή για λόγους στατικότητας. Λόγω λειψυδρίας όλα τα σπίτια είναι εξοπλισμένα με τις στέρνες τους, και αυτές σκαμμένες στο φυσικό ηφαιστειακό βράχο, τις οποίες οι κάτοικοι φροντίζουν να γεμίζουν κατά τη διάρκεια του χειμώνα με το νερό των λιγοστών βροχών.

Το νησί είναι διάσπαρτο από εκκλησίες. Σημείο συνάντησης στις 15 Αυγούστου αποτελεί το μοναστήρι της Παναγίας («Κερά») στο ακρωτήρι Τρυπητή, στο νότιο άκρο, με τα δέκα κελιά του και το περίφημο ξυλόγλυπτο τέμπλο του.

5. Το νησί κατά τα τελευταία χρόνια

Οι συνθήκες διαβίωσης είναι αυτές που ανάγκασαν σταδιακά τους κατοίκους, και κυρίως τους νέους, να εκπατριστούν. Η γεωργία και η αλιεία ήταν οι κύριες ασχολίες τους. Στη Θηρασία, λόγω ιδιαιτερότητας του ηφαιστειακού καλλιεργήσιμου εδάφους, ευδοκίμησαν συγκεκριμένες ποικιλίες αμπελιού, το ντοματάκι, η φάβα, η λευκή μελιτζάνα, το κατσούνι. Οι περισσότεροι άντρες του νησιού ήταν ναυτικοί στα πλοία των μεγάλων Θηραίων καραβοκύρηδων και οι γυναίκες ασχολούνταν κυρίως με τις αγροτικές εργασίες. Ορατές είναι ακόμα οι εγκαταστάσεις από τα ορυχεία που λειτουργούσαν μέχρι τη δεκαετία του ’60 στο νησί, όπως και στη Σαντορίνη, και εμπορεύονταν τα ηφαιστειακά υλικά, τέφρα (άσπα) και κίσσηρη, περιζήτητο οικοδομικό υλικό.

Οι καλλιέργειες σήμερα έχουν πέσει σε μαρασμό, τα περισσότερα κτήματα έχουν εγκαταλειφθεί και οι λιγοστοί κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με τον τουρισμό. Η γειτνίαση με έναν τόσο φημισμένο τόπο, όπως η Σαντορίνη, δεν αφήνει μεγάλα περιθώρια εξέλιξης.