Πολιτιστική Πύλη του Αρχιπελάγους του Αιγαίου ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
Main Image
 
 

Θεματικός Κατάλογος

empty
empty
 

Δικτυακοί τόποι

empty
empty
 
 
empty empty empty

Αναζητήστε στο χάρτη

empty
 

Το έργο

empty
empty
arrow

Περιγραφή

arrow

Συντελεστές

 
 

Πάτμος

      Πάτμος (3/5/2006 v.1) Patmos (4/5/2006 v.1)
line

Συγγραφή : Κεφαλά Κωνσταντία (25/9/2005)

Για παραπομπή: Κεφαλά Κωνσταντία, «Πάτμος», 2005,
Πολιτιστική Πύλη του Αρχιπελάγους του Αιγαίου

URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=6916>

 
 

1. Φυσικός χώρος - περιβάλλον

Η Πάτμος ανήκει γεωγραφικά στα Δωδεκάνησα και βρίσκεται στο βορειότερο τμήμα του συμπλέγματος αυτού. Είναι νησί ηφαιστειογενές, βραχώδες και άνυδρο, με αραιή βλάστηση. Τα λίγα δένδρα που συναντώνται κυρίως στις κλιτείς των οικισμών προέρχονται από νεότερες αναδασώσεις. Η μορφολογία του εδάφους έχει έντονη πλαστικότητα, αποτελούμενη από ψηλούς και απότομους λόφους, που εναλλάσσονται με χαμηλότερα επίπεδα. Η διαμόρφωση των ακτών είναι πλούσια, με ακολουθίες από κόλπους, ορμίσκους και ακρωτήρια. Μάλιστα, στους μυχούς αρκετών κόλπων υπάρχουν και λιβάδια, ενώ η γεωργική καλλιέργεια εφαρμόζεται κυρίως στις πλαγιές των λόφων. Το κλίμα είναι ήπιο το χειμώνα και δροσερό το καλοκαίρι. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ατμόσφαιρας είναι η εξαιρετική διαύγεια και ηλιοφάνεια. Στην Πάτμο παρατηρείται πολύ μικρό ύψος βροχοπτώσεων, το οποίο, σε συνδυασμό με την έλλειψη φυσικών πηγών, αποτελούσε ανέκαθεν σοβαρό πρόβλημα για τους κατοίκους.

2. Ιστορία

2. 1. Προϊστορία - Αρχαιότητα

Οι παλαιότερες ενδείξεις κατοίκησης στο νησί έχουν εντοπισθεί σε αρκετές θέσεις (Καστέλλι, Καλικατσού, Άσπρη, Κάμπος, Λεύκες κ.ά.). Συνίστανται σε κεραμική και λίθινα εργαλεία και ανάγονται στη Μέση και Ύστερη εποχή του Χαλκού (2000-1100 π.Χ.). Μινωικά και μυκηναϊκά ευρήματα δεν έχουν αποκαλυφθεί μέχρι σήμερα. Λείψανα από τη Γεωμετρική και Αρχαϊκή περίοδο συναντώνται κυρίως στο Καστέλλι, σημαντικό οικισμό του νησιού, ο οποίος, κατά τον 4ο-3ο αι. π.Χ., οχυρώθηκε με ισχυρό τείχος και στον οποίο μαρτυρείται συνεχής κατοίκηση κατά τα Κλασικά, Ελληνιστικά και Ρωμαϊκά χρόνια.

Ελάχιστες είναι οι αρχαίες πηγές που αναφέρουν στοιχεία για το νησί. Πρώτος τη μνημονεύει ο ιστορικός Θουκυδίδης, τον 5ο αι. π.Χ., όταν ο ναύαρχος του αθηναϊκού στόλου Πάχης καταδίωξε τους Σπαρτιάτες «...μέχρι μὲν Πάτμου τῆς νήσου...». Αργότερα, την αναφέρουν ακόμη ο Στράβων, ο Πλίνιος και άλλοι συγγραφείς, χωρίς όμως να προσφέρουν ιδιαίτερες πληροφορίες. Πολιτικά η Πάτμος, όπως και τα γειτονικά της νησιά, ήταν εξαρτημένη από τη Μίλητο, τουλάχιστον ως την Ελληνιστική περίοδο. Μία από τις προστάτιδες θεότητες του νησιού ήταν η Άρτεμις Πατμία, μια μορφή της Σκυθίας, ιερό της οποίας θεωρείται ότι υπήρχε στο ύψωμα όπου αργότερα χτίστηκε η Μονή του Ιωάννου του Θεολόγου.

Κατά τα ύστερα χρόνια της Ρωμαιοκρατίας, φαίνεται ότι η Πάτμος αποτέλεσε τόπο εξορίας και απομόνωσης πολιτικών αντιπάλων των Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Εκεί, σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, κατά τους τελευταίους χρόνους της βασιλείας του αυτοκράτορα Δομιτιανού, γύρω στο 95 μ.Χ., εξορίστηκε ο «ηγαπημένος» μαθητής του Χριστού, ο Ιωάννης. Κατά την παραμονή του εκεί, με τη βοήθεια του πιστού του μαθητή Πρόχορου, συνέγραψε την Αποκάλυψη, κήρυξε το χριστιανισμό και βάπτισε τους κατοίκους.

2. 2. Βυζαντινή περίοδος – Ιωαννίτες

Αργότερα, κατά τον 4ο - 6ο αιώνα, ο χριστιανισμός διαδόθηκε και επεκράτησε στα Δωδεκάνησα. Την ύπαρξη παλαιοχριστιανικών βασιλικών βεβαιώνουν τα πολλά αρχιτεκτονικά μέλη, που σήμερα βρίσκονται εντοιχισμένα στη μονή, αλλά και σε σπίτια του οικισμού. Επίσης, επιγραφή μαρτυρά ότι στη θέση της μονής υπήρχε παλαιότερα θυσιαστήριο (αγία Τράπεζα) και, πιθανότατα, βασιλική, τιμώμενη στο όνομα του «ενδόξου αποστόλου κ(αι) Θ(ε)ωλόγου Ιωάννου». Κατά τους κατοπινούς αιώνες (7ο - 9ο), το νησί ερημώθηκε λόγω των αραβικών επιδρομών, εξαιτίας των οποίων όχι μόνο αφανίστηκαν τα μνημεία, αλλά και οι κάτοικοι απήχθησαν και πουλήθηκαν ως δούλοι.

Η Πάτμος αποκτά ιδιαίτερη σημασία κατά τα Μεσοβυζαντινά χρόνια, όταν, το έτος 1088, ο όσιος Χριστόδουλος ο Λατρηνός, μία από τις μεγαλύτερες μορφές του βυζαντινού ασκητισμού, ιδρύει εκεί τη Μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ Κομνηνός τού δωρίζει ολόκληρο το νησί της Πάτμου, τα νησάκια Ναρκιούς (Αρκοί) και Λειψώ (Λειψοί), δύο προάστια της Λέρου, το Παρθένιο και το Τεμένιο, και δίνει το προνόμιο στη μονή να κατέχει στολίσκο, με τον οποίον κάλυπτε ανάγκες εφοδιασμού, αλλά και εμπορευόταν.

Μαζί με τον όσιο ήρθαν στο άγονο και έρημο νησί και κάποιοι μοναχοί, πιστοί σύντροφοί του, αλλά και οι τεχνίτες που έχτισαν τη μονή. Αυτοί αρχικά εγκαταστάθηκαν κοντά στο ακρωτήριο Εύδηλον, στα βόρεια, για να μην ταράσσουν την ήσυχη ζωή των ασκητών. Σύντομα όμως χρειάστηκε να μετοικήσουν δίπλα στα τείχη της μονής για λόγους προστασίας από τις συχνές πειρατικές επιδρομές, δημιουργώντας έτσι τον πρώτο οικιστικό πυρήνα της Χώρας. Η μονή, καθώς είχε την απόλυτη «ἐπ' ἀναφαιρέτω καὶ διηνεκεῖ δεσποτείᾳ καὶ κυριότητι ἅπασαν» του νησιού ως αυτοκρατορική δωρεά, αποτέλεσε το ρυθμιστή της ζωής και της κοινωνικής συμπεριφοράς των οικιστών. Αυτοί πρωτίστως εργάζονταν για τις ανάγκες της μονής, κυρίως για την καλλιέργεια των γαιών, τη φροντίδα των ζώων, αλλά και την επάνδρωση των καραβιών της, ενώ, σταδιακά, προστέθηκαν και εποικιστές από τα γύρω νησιά και τις απέναντι μικρασιατικές ακτές. Η μορφή του οικισμού διατηρήθηκε σχεδόν απαράλλακτη ως το 1453, οπότε πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη δημιούργησαν τη συνοικία «Αλλοτεινά». Επιπροσθέτως, μετά την άλωση του Χάνδακα (1669), Κρήτες πρόσφυγες δημιούργησαν τη συνοικία «Κρητικά».

Η Πάτμος υπέφερε πολλά δεινά, κυρίως εξαιτίας των συχνών πειρατικών επιδρομών, οι οποίες κατά το 12ο αιώνα είχαν δημιουργήσει στο Αιγαίο κλίμα ανασφάλειας, ανακόπτοντας σε μεγάλο βαθμό την οικονομική και εμπορική δραστηριότητα. Κατά το 13ο αιώνα, η θέση της μονής και κατ' επέκταση του νησιού βελτιώνεται, καθώς αναπτύσσεται πνευματική δραστηριότητα και γίνεται μερική ή ολική ανανέωση παλαιότερων προνομίων. Στις αρχές του 14ου αιώνα (1309) το νησί καταλήφθηκε από τους Ιωαννίτες ιππότες, ενώ στη γειτονική Μικρά Ασία κυριαρχούσαν κατά τον 14ο αι. οι Τούρκοι. Η Πάτμος βρίσκεται στα σύνορα των δύο αυτών δυνάμεων. Ακόμη σκληρότερη είναι η περίοδος των Βενετο-οθωμανικών πολέμων (1451-1481,1491-1512), όμως οι μοναχοί, διατηρώντας πολιτική ίσων αποστάσεων, καταφέρνουν να αποσπάσουν προνόμια και προστασία και από τους Οθωμανούς και από τους Ιωαννίτες, θέτοντας τις βάσεις για οικονομική ανάπτυξη και ευημερία.

2. 3. Οθωμανική περίοδος – Σύγχρονη εποχή

Μετά την αποχώρηση των Ιωαννιτών από τα Δωδεκάνησα, το 1522, αρχίζει η περίοδος της οθωμανικής κυριαρχίας, κατά τη διάρκεια της οποίας η μονή ακμάζει, συμπαρασύροντας και το νησί σε μια ανοδική πορεία, που χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη της ναυτιλίας και του εμπορίου και από νέες πληθυσμιακές ανακατατάξεις. Κατά το 16ο και 17ο αιώνα, περιμετρικά της Χώρας χτίστηκαν τα πρώτα αρχοντικά, δηλαδή μεγάλα αυτόνομα αγροτικά συγκροτήματα, και φαίνεται ότι τότε αναπτύχθηκε μια αγροτική αριστοκρατία, πιθανότατα εξωπατμιακής προέλευσης, η οποία, λόγω της κατοχής μεγάλων τμημάτων γης, άρχισε να περιορίζει σταδιακά την εξουσία της μονής. Οι νέοι έποικοι και οι Κρήτες πρόσφυγες έφεραν νέο πολιτιστικό επίπεδο και αστικό τρόπο ζωής και μαζί με τις παλαιές βυζαντινές οικογένειες σχημάτισαν την άρχουσα τάξη. Η πρώτη αυτή περίοδος ανάπτυξης τερματίζεται απότομα με την καταστροφή και τη λεηλασία της Χώρας από το Βενετό ναύαρχο Μοροζίνι το 1659, ως αντίποινα έναντι της προσπάθειας της μονής να καλυτερεύσει τις σχέσεις της με τους Οθωμανούς διαβλέποντας τη δυσκολία των Βενετών να διατηρήσουν την κυριαρχία τους στο Χάνδακα και γενικότερα στο Αιγαίο. Η μεγάλη αυτή τομή στην ιστορία του τόπου ήταν μία από τις αιτίες της βαθμιαίας παρακμής της αγροτικής αριστοκρατίας και δημιούργησε έντονες κοινωνικές ανακατατάξεις. Αυτές οι σοβαρές αλλαγές στις κοινωνικές δομές έδωσαν την ευκαιρία στην αστική και τη νεοαναπτυσσόμενη τάξη των καραβοκυραίων να απελευθερωθούν από την ελεγκτική και παρεμβατική πολιτική της μονής, που για εκατοντάδες χρόνια αποτελούσε τον κύριο ρυθμιστικό παράγοντα των οικονομικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων του νησιού, να ξεδιπλώσουν τη δυναμική τους και να συμβάλουν στο πέρασμα σε μια νέα εποχή.

Έτσι, από τα μέσα του 18ου και κατά το 19ο αιώνα, κατόπιν μάλιστα και της ίδρυσης το 1713 της Πατμιάδος Σχολής, το νησί γνώρισε έντονη πνευματική, ναυτιλιακή και συνεπακολούθως οικονομική ανάπτυξη, καθώς και ισχυρά φαινόμενα αστικοποίησης, τα οποία άλλαξαν και τη μορφή του οικισμού της Χώρας. Πλέον οι παλαιές αγροτικές γαιοκτησίες κατατέμνονται και η οικοδόμηση νέων κατοικιών και εκκλησιών είναι ραγδαία. Επιπλέον, αρχίζει να διαμορφώνεται ο χαρακτήρας της αστικής γειτονιάς και να επεκτείνεται ο ιστός σε νέα, διευρυμένα όρια, κυρίως με τη διαμόρφωση της συνοικίας «Απορθιανά» και την οικοδόμηση στο βόρειο φρύδι του λόφου του οικισμού, ο οποίος απέκτησε εν πολλοίς την πολεοδομική μορφή που έχει και σήμερα.

Λόγω της προχωρημένης αστικοποίησης και της πνευματικής ευημερίας, στην Πάτμο διαμορφώθηκε σχετικά νωρίς εθνική συνείδηση. Ήδη κατά την επανάσταση του 1770 οι Πάτμιοι ξεσηκώθηκαν και δέχθηκαν τους Ρώσους ως απελευθερωτές, αν και η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774) επανέφερε τα επαναστατημένα μέρη στην προηγούμενη διοικητική κατάσταση. Η διαμορφωμένη αυτή συνείδηση εκδηλώθηκε έντονα κατά την Επανάσταση του 1821, όπου η συμμετοχή του νησιού ήταν άμεση και ουσιαστική – η Πάτμος ήταν το δεύτερο νησί μετά τις Σπέτσες που ύψωσε τη σημαία της επανάστασης. Από την Πάτμο κατάγονταν τρεις μεγάλες μορφές που βοήθησαν με όλες τους τις δυνάμεις τον αγώνα για την ανεξαρτησία. Ο Θεόφιλος Παγκώστας, Πατριάρχης Αλεξανδρείας, ο οποίος μετά το 1820 έλαβε ενεργό μέρος στην προετοιμασία της Επανάστασης και την ενίσχυε καθ' όλη τη διάρκεια της, ο Εμμανουήλ Ξάνθος, ένας από τους τρεις ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας, και ο Δημήτριος Θέμελης, απόστολος της Φιλικής Εταιρείας, ο οποίος ανέλαβε να κατευθύνει τον αγώνα στο Αιγαίο. Και άλλοι Πάτμιοι ανέπτυξαν πολύπλευρη δράση, όπως ο Μ. Πάγκαλος, αξιωματικός του ελληνικού στρατού, οι Εμμανουήλ και Γεώργιος Καλός, και οι Εμμανουήλ και Θεόδωρος Ξένος, που εφοδίαζαν το στρατό του Καραϊσκάκη και τροφοδοτούσαν με τα πλοία τους το πολιορκημένο Μεσολόγγι.

Το 1832, με τη συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, η Πάτμος, όπως και τα άλλα νησιά, επανέρχεται υπό την οθωμανική κυριαρχία ως το 1912, οπότε καταλαμβάνουν τα Δωδεκάνησα οι Ιταλοί. Στην ελληνική επικράτεια ενσωματώνεται το νησί το 1948.

3. Παραδοσιακή και νεότερη αρχιτεκτονική

Τα σπίτια της Πάτμου είναι χαρακτηριστικά της νησιωτικής αρχιτεκτονικής του ανατολικού Αιγαίου. Η κατασκευή τους βασίζεται στο βυζαντινό οσπίτιον, το οποίο είναι ορθογώνιο κτίσμα με δώμα, που εσωτερικά διαιρείται σε δύο τμήματα, την κάμαρη για τη διημέρευση και το λεγόμενο ύπνο για την κατάκλιση. Συμπληρώνεται από μικρή αυλή, στην οποία υπήρχε υπόγεια στέρνα για τη συλλογή του πολύτιμου νερού, και το φούρνο. Το κτίσμα αυτό εξελίχθηκε σε διώροφο ανωγοκάτωγο και με την προσθετική μέθοδο οικοδόμησης, αναλόγως με τις ανάγκες και τις οικονομικές δυνατότητες των οικογενειών, προέκυψαν και πιο πολύπλοκοι συνδυασμοί, όπως ήταν τα αρχοντικά, μεγάλα και πολυτελή διώροφα σπίτια με σύνθετη μορφολογία. Στα ισόγειά τους υπήρχαν οι αυλές, οι στέρνες και οι χώροι παρασκευής φαγητού, φύλαξης των τροφίμων και αποθήκευσης της σοδειάς, ενώ στους ορόφους οι χώροι κατάκλισης και οι σάλες ή οντάδες, για την υποδοχή των επισκεπτών.

Λόγω των συχνών πειρατικών επιδρομών, ο οικισμός είχε προστατευθεί αμυντικά, όχι με ενιαίο τείχος, αλλά με βάση τη διευθέτηση των εξώτερων κτισμάτων, ώστε να δημιουργούνται εκτεταμένες τοιχοποιίες χωρίς ανοίγματα. Επίσης τα κτίσματα κατασκευάζονταν από κοινά υλικά και τα πλούσια σπίτια δεν ξεχώριζαν εξωτερικά, για να μη δίνεται η ευκαιρία στους πειρατές να τα εντοπίζουν και να τα λεηλατούν. Αντιθέτως, μόνο το εσωτερικό τους ήταν πολυτελές. Όμως το πιο ασφαλές σημείο ήταν το ισχυρά οχυρωμένο μοναστήρι, στο οποίο και κατέφευγαν οι κάτοικοι σε περίπτωση μεγάλου κινδύνου.

4. Μονή Αγίου Ιωάννου Θεολόγου

4. 1. Ιστορία της μονής

Στη θέση όπου χτίστηκε το καθολικό της Μονής του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου προϋπήρχαν ερείπια παλαιοχριστιανικής βασιλικής και ένα μεταγενέστερο λιτό ευκτήριο αφιερωμένο στον ίδιο άγιο. Στην περιοχή έχουν εντοπιστεί και ερείπια από ναό της Αρτέμιδος. Το έτος 1088, σύμφωνα με το ιδρυτικό χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ Κομνηνού, η Πάτμος παραχωρήθηκε στον όσιο Χριστόδουλο για την ανέγερση της μονής και από ένα έρημο και ακατοίκητο νησί μετατράπηκε σε βάση ζωτικής σημασίας για την άμυνα του βυζαντινού κράτους.

Η μονή διατηρούσε καλές σχέσεις τόσο με τους Ιωαννίτες ιππότες, που μετά το 1309 ίδρυσαν το κράτος τους στα Δωδεκάνησα, όσο και με τους Οθωμανούς, που ακολούθησαν από το 1522. Έγινε ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα προσκύνησης και λατρείας της χριστιανικής πίστης, αποκτώντας πολλά αυτοκρατορικά προνόμια, φοροαπαλλαγές, γαίες και μετόχια, καθώς και ιδιόκτητο εμπορικό στολίσκο.

4. 2. Αρχιτεκτονική της μονής

Η αρχιτεκτονική του μοναστηριακού συγκροτήματος με κυρίαρχο το φρουριακό χαρακτήρα διαμορφώθηκε σταδιακά ανά τους αιώνες, ως αποτέλεσμα διαφόρων οικοδομικών φάσεων. Το καθολικό χτίστηκε στα τέλη του 11ου αιώνα, στην παραλλαγή του απλού τετράστυλου του σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού. Τα παρεκκλήσια της Παναγίας και του οσίου Χριστοδούλου προστέθηκαν κατά το 12ο αιώνα, ενώ την ίδια εποχή χρονολογούνται η μετασκευή της τράπεζας από ξυλόστεγη σε θολοσκεπή με τρούλλο και η ανέγερση της στοάς του καθολικού. Σημαντική οικοδομική δραστηριότητα αναπτύχθηκε και κατά το 16ο και 17ο αιώνα με πρωτοβουλία των ηγουμένων Νικηφόρου Χαρτοφύλακος και Παρθενίου Παγκώστα. Τότε ιδρύθηκαν τα παρεκκλήσια του Τιμίου Σταυρού, των Αγίων Αποστόλων και του Αγίου Ονούφριου. Κατά την τελευταία δεκαετία του 11ου αιώνα, ένα μεγάλο οικοδομικό πρόγραμμα πραγματοποιήθηκε με χορηγία του μητροπολίτη Καρπάθου Νεόφυτου Γριμάνη, μέρος του οποίου ήταν και η ανέγερση της διώροφης στοάς της αυλής, της λεγόμενης «τζαφάρας», από το Ρόδιο μάστορα Δανιήλ.

4. 3. Ζωγραφικός διάκοσμος και κειμήλια της Μονής

Στο εγκώμιο του Αθανασίου Αντιοχείας για τον όσιο Χριστόδουλο, όπου μνημονεύεται το «ἀμήχανον κάλλος τοῦ ναοῦ» και η «στιλπνότης τῶν μαρμάρων του» βασίζεται η υπόθεση ότι ήδη στα μέσα του 12ου αιώνα ο ναός ήταν τοιχογραφημένος. Τον αρχικό αυτό διάκοσμο κάλυψε γύρω στο 1600 η μεταγενέστερη διακόσμηση του καθολικού, του νάρθηκα και του παρεκκλησίου του Οσίου Χριστοδούλου. Ενδιαφέρον στοιχείο της συγκεκριμένης εικονογράφησης αποτελεί η επιλογή ορισμένων σπάνιων σκηνών της ευαγγελικής αφήγησης, όπως για παράδειγμα της «ξηρανθείσης συκής» ή της «παραβολής των εκατό προβάτων». Στον εσωνάρθηκα εντυπωσιάζει η παράσταση της Βρεφοκτονίας, επηρεασμένη από έργα Ιταλών ζωγράφων του 14ου και 15ου αιώνα. Το υψηλής ποιότητας αισθητικό αποτέλεσμα αποκαλύπτει την ικανότητα του δημιουργού, που φαίνεται ότι θα ήταν κάποιος ιδιαίτερα προικισμένος ζωγράφος κρητικού εργαστηρίου της εποχής, για την επιλογή και την πρόσκληση του οποίου στην Πάτμο ευθύνεται ο επίσης κρητικός ηγούμενος και λόγιος Νικηφόρος Χαρτοφύλαξ.

Το ζωγραφικό σύνολο του παρεκκλησίου της Παναγίας, που αποκαλύφθηκε κάτω από τις τοιχογραφίες του 1745, αποτελεί λαμπρό δείγμα της «μνημειακής» τάσης του τέλους του 12ου αιώνα. Στο εικονογραφικό του πρόγραμμα δίδεται έμφαση στις προσωπογραφίες των Πατριαρχών Ιεροσολύμων, γεγονός που φαίνεται ότι απηχεί την ιδιότητα του πιθανολογούμενου χορηγού, του οσίου Λεοντίου, ηγουμένου της μονής και μετέπειτα Πατριάρχη Ιεροσολύμων. Η υψηλή ποιότητα της διακόσμησης αντικατοπτρίζει τον αισθητικό προσανατολισμό της μονής προς το κέντρο της αυτοκρατορίας, την Κωνσταντινούπολη, ενώ το εικονογραφικό πρόγραμμα με τη ζωφόρο των Πατριαρχών των λατινοκρατούμενων πλέον Ιεροσολύμων εκφράζει τη στάση εναντίωσης της αυτοκρατορικής πολιτικής έναντι της αυξανόμενης επικράτησης των Φράγκων. Στο ίδιο συνεργείο αποδίδεται η πρώτη φάση της τοιχογράφησης της τράπεζας του μοναστηριού. Το κτήριο διακοσμήθηκε εκ νέου στις πρώτες δεκαετίες του 13ου αιώνα με θέματα από τον ευχαριστιακό και το δογματικό κύκλο, τον κύκλο των Παθών του Κυρίου και το βίο των ασκητών.

Η παλαιότερη εικόνα που φυλάσσεται στη μονή χρονολογείται στον 11ο αιώνα, είναι ψηφιδωτή και απεικονίζει τον άγιο Νικόλαο. Μια σειρά φορητών έργων που ανάγονται στο α΄ ήμισυ του 15ου αιώνα πιστοποιούν ότι η Πάτμος ήδη έχει αρχίσει να προσανατολίζεται ως προς τις καλλιτεχνικές της επιλογές στην Κρήτη. Οι σχέσεις αυτές ενισχύονται μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453, καθώς μάλιστα το μετόχι του Στύλου στον Αποκόρωνα της μεγαλονήσου αποτελεί το σημαντικότερο ίσως οικονομικό έρεισμα της μονής. Μία πλειάδα αξιόλογων Κρητικών καλλιτεχνών που δρουν από το 15ο ως το 17ο αιώνα, όπως είναι ο Ανδρέας Ρίτζος και ο γιος του Νικόλαος, ο Αγγελος, ο Νικόλαος Τζαφούρης, ο Μιχαήλ Δαμασκηνός, ο Γεώργιος Κλότζας, ο Θωμάς Βαθάς, ο Ιερεμίας Παλλάδας, ο Θεόδωρος Πουλάκης, υπογράφουν ορισμένα από τα σωζόμενα επώνυμα έργα.

Φημισμένη είναι και η βιβλιοθήκη της μονής, μία από τις ελάχιστες βυζαντινές που έφτασε ως τις μέρες μας σχεδόν αλώβητη. Εκεί φυλάσσονται πλήθος χειρογράφων και εντύπων, σημαντικά αυτοκρατορικά έγγραφα και πλούσιο αρχειακό υλικό. Στα κειμήλια του μοναστηριού συμπεριλαμβάνονται ακόμη αριστουργήματα της αρχυροχοΐας, της μικροτεχνίας και της χρυσοκεντητικής τέχνης.

5. Η Πατμιάς Σχολή

Ένα από τα σπουδαιότερα γεγονότα της νεότερης ιστορίας της Πάτμου είναι η σύσταση το 1713 της Πατμιάδος Σχολής στο πλαίσιο της σταδιακής ανάπτυξης των γραμμάτων από τους ελληνορθόδοξους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ιδρυτής της υπήρξε ο Πάτμιος Μακάριος Καλογεράς, ο οποίος, αφού σπούδασε στην πατριαρχική σχολή της Κωνσταντινούπολης, συνδέθηκε με σημαίνοντα πρόσωπα, όπως οι οικογένειες των Μαυροκορδάτων και των Υψηλάντηδων, οι οποίες τον υποστήριξαν στο έργο της δημιουργίας μιας «κοινής του γένους σχολής» στην Πάτμο. Ο Μακάριος γύρω από το Σπήλαιο της Αποκάλυψης έχτισε αρχικά την αίθουσα παραδόσεως των μαθημάτων και λίγα κελλιά για τη διαμονή των μαθητών. Η φήμη της σχολής εξαπλώθηκε γρήγορα· μέσα σε μικρό διάστημα άρχισαν να μαθητεύουν εκεί νέοι όχι μόνον από τις γύρω περιοχές, αλλά και από πολλά άλλα μέρη, ώστε προέκυψε ανάγκη επέκτασής της ήδη από το 1729.

Αρχικά ο Μακάριος δίδασκε μόνος του, κυρίως ερμηνείες Ελλήνων συγγραφέων και εκκλησιαστικών πατέρων, γραμματικά μαθήματα, φιλοσοφία, ρητορική, εκκλησιαστική μουσική και λατινικά. Σύντομα όμως ανέλαβαν εκπαιδευτικό έργο και οι καλύτεροι από τους μαθητές, όπως οι ιερομόναχοι Κοσμάς και Γεράσιμος Βυζάντιο, οι οποίοι μεταλαμπάδευαν τις πολύτιμες γνώσεις στους νεότερους. Ο Γεράσιμος Βυζάντιος μάλιστα διαδέχθηκε το Μακάριο στη σχολαρχεία. Μαθητές της σχολής υπήρξαν πάρα πολλοί κατοπινοί λόγιοι, εξαίρετες μορφές της εποχής τους.

Κατά τα τέλη του 18ου αιώνα η Πατμιάς είχε αναδειχθεί ως μία από τις επιφανέστερες των ελληνικών σχολών και απολάμβανε πάρα πολλές χορηγίες και δωρεές, ενώ δίνονταν και υποτροφίες στους φτωχότερους μαθητές. Κατά το 19ο αιώνα, ιδιαίτερα την περίοδο πριν από την Επανάσταση και κατά τη διάρκειά της, η σχολή, αν και συνέχιζε το έργο της, εντούτοις είχε περιπέσει σε παρακμή, διότι οι πρόσοδοί της είχαν διακοπεί, εξαιτίας των δύσκολων καιρών. Αργότερα όμως, γύρω στο 1831, ανακαινίστηκε, ανέκαμψε σταδιακά και αποκατέστησε τη λειτουργία της. Το έργο της διακόπηκε μόνο κατά τη διάρκεια της ιταλοκρατίας, από το 1912 ως το 1947, οπότε και επανιδρύθηκε ως ιερατική σχολή. Από το 1948, με τη χορηγία της Μονής Ιωάννου του Θεολόγου, των αμερικανικών Πατμιακών Συλλόγων και άλλων ευεργετών, καθώς και με έρανο των απανταχού Πατμίων, άρχισε η οικοδόμηση νέων κτηρίων, στα οποία η σχολή λειτουργεί μέχρι και σήμερα ως εκκλησιαστικό σχολείο.

 

Κεφάλαια

empty
empty

Δελτίο λήμματος

 

Φωτοθήκη

empty
empty
 
 
empty
emptyemptyempty
empty press image to open photo library empty
empty
empty
 Άνοιγμα Φωτοθήκης 
 
 

Βοηθήματα Λήμματος

empty
empty
 
 
  KTP   ESPA   MNEC   INFOSOC   EU