1. Φυσικός χώρος – περιβάλλον

1.1. Γεωγραφική διαίρεση

Η Χίος είναι το πέμπτο σε μέγεθος νησί της Ελλάδας με έκταση 807 τετρ. χλμ. Mαζί με τα νησιά Ψαρά και Αντίψαρα, που βρίσκονται βορειοδυτικά, και τα νησιά Οινούσσες, που βρίσκονται βορειοανατολικά, αποτελούν το νομό Χίου με συνολική έκταση 904 τ.χ. Απέχει λίγα μίλια από την χερσόνησο της Ερυθραίας, με την οποία έχει πολλές μορφολογικές και γεωλογικές ομοιότητες.

Γεωγραφικά, αλλά και διοικητικά και ιστορικά, μπορεί να διακριθεί σε έξι ζώνες. Η πρώτη σχετικά πεδινή βρίσκεται στο ανατολικό κεντρικό τμήμα του νησιού. Έχει κέντρο την πόλη της Χίου και εκτείνεται από το Βροντάδο έως τα χωριά του Κάμπου. Η δεύτερη περιλαμβάνει τον κεντρικό ορεινό και ημιορεινό όγκο. Η τρίτη ζώνη εκτείνεται στο βορειοανατολικό τμήμα και ορίζεται από τους ορεινούς όγκους του Αίπους στα νότια και του Πεληναίου στα δυτικά. Κεντρικό σημείο εδώ η περιοχή των Καρδαμύλων που αποτελεί και τη μοναδική σχεδόν πεδινή έκταση. Η τέταρτη ζώνη απλώνεται στο πέραν του όρους Πεληναίου βορειοδυτικό τμήμα του νησιού. Αποτελεί την περισσότερο ορεινή περιοχή που καταλαμβάνεται από το Πεληναίο και την Αμανή με μόνη πεδινή εξαίρεση τον κάμπο της Βολισσού. Στο νότιο τμήμα του νησιού εντοπίζονται οι άλλες δύο ζώνες: στα δυτικά, περισσότερο πετρώδης, και στα ανατολικά, με χαμηλούς λόφους και μαλακό έδαφος με χαρακτηριστική λευκή ή υπόλευκη όψη. Στην τοπική διάλεκτο διακρίνονται σε Κοκκινοχώματα (δυτικό τμήμα) και Ασπροχώματα (ανατολικό τμήμα).

1.2. Γεωλογία

Οι κυριότεροι γεωλογικοί σχηματισμοί του νησιού έχουν ηφαιστειογενή και ασβεστολιθική προέλευση. Στην νότια περιοχή η ύπαρξη αργίλου προσφέρει τις δυνατότητες για την ανάπτυξη της κεραμοπλαστικής. Παλαιότερα υπήρχαν λιγνιτωρυχεία στο νοτιοανατολικό τμήμα ενώ στο βορρά υπάρχουν εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα αντιμονίου στο χωριό Kέραμος και θειοσιδηρούχες ιαματικές πηγές στον γειτονικό οικισμό Aγιάσματα. Χαρακτηριστικά είναι τα μάρμαρα της Χίου, καθώς και η πιο μαλακή «θυμιανούσικη πέτρα» με σκούρο χρώμα, που χρησιμοποιούνται ως δομικά υλικά.

Σημαντικά σημεία για τη φυσική ιστορία και τη μορφολογία του νησιού αποτελούν το ηφαίστειο του Εμπορειού στο νότο και το σεισμικό ρήγμα που δεσπόζει στο δρόμο από τη Χίο προς τα νότια, πριν από το χωριό Θολοποτάμι, και εκτείνεται σε μήκος μεγαλύτερο των 3 χιλιομέτρων.

1.3. Μορφολογία

Το έδαφος της Χίου είναι πετρώδες και ορεινό με υψηλότερη κορυφή τον Προφήτη Ηλία στην οροσειρά Πεληναίο (1297 μ.). Κατά κανόνα όμως οι ορεινοί όγκοι δε φτάνουν σε μεγάλο υψόμετρο. Σημαντικότερα όρη εκτός από το Πεληναίο είναι της Αμανής βορειοδυτικά, το Αίπος, ανατολικά, και το Προβάτειο όρος ή Προβατάς στο κέντρο. Στο νότο υπάρχουν χαμηλοί αλλά πετρώδεις και δύσβατοι όγκοι.

Λιγοστές είναι οι πεδινές εκτάσεις με σημαντικότερη εκείνη του Κάμπου της Χίου με κύρια καλλιέργεια τα εσπεριδοειδή. Άλλες πεδινές εκτάσεις είναι ο κάμπος της Καλαμωτής στο νότο με καλλιέργειες λαχανικών κυρίως και της Βολισσού στα βορειοδυτικά.

Από το νησί απουσιάζουν τα ποτάμια. Σημαντικότεροι χείμαροι είναι ο Παρθένης κοντά την πόλη και ο Κατράρης που πηγάζει από τους κεντρικούς ορεινούς όγκους και διατρέχει την λεκάνη της Καλαμωτής. Τα τελευταία χρόνια έχουν δημιουργηθεί τεχνητές λίμνες με φράγματα στα Καμπόχωρα και στα Αρμόλια, ενώ λίγο βορειότερα της Καλαμωτής κατασκευάζεται το μεγαλύτερο φράγμα του νησιού.

1.3.1 Τα σπήλαια της Χίου

Η Χίος αποτελεί έναν κρυμμένο γεωλογικό παράδεισο. Το σημαντικότερο τμήμα αυτού του θησαυρού βρίσκεται στα σημαντικά από πολλές πλευρές σπήλαια της Χίου.

Τρία είναι τα σημαντικότερα σπήλαια στο νησί. Το Σπήλαιο του Αγίου Γάλακτος, στο ομώνυμο χωριό στα βόρεια, 65 χλμ από το λιμάνι, το Σπήλαιο των Ολύμπων, 5 χλμ από το μεσαιωνικό καστροχώρι Ολύμποι, και το Σπήλαιο του Λιθιού, έξω από το ομώνυμο χωριό. Το τελευταίο είναι το μόνο από τα τρία που δεν είναι επισκέψιμο από το κοινό.

Το σπήλαιο του Αγίου Γάλακτος, το οποίο είναι το μεγαλύτερο σε μέγεθος και διαθέτει πλήθος “δωματίων”, φιλοξένησε ανθρώπινη παρουσία από τα προϊστορικά χρόνια, όπως δείχνουν αρχαιολογικά ευρήματα της Νεολιθικής εποχής. Επάνω από το κυρίως σπήλαιο υπάρχει ένα μικρότερο, η είσοδος του οποίου έχει διαμορφωθεί από τα βυζαντινά χρόνια (12ο αι.) σε ναό της Παναγίας, στον οποίο συλλέγεται ως αγίασμα το στάλαγμα από την οροφή. Από το αγίασμα πιθανόν προέρχεται και το όνομα της περιοχής. Διαμορφωμένο και επισκέψιμο είναι ένα μικρό μέρος του κυρίως σπηλαίου (200 μ. περίπου) που καλύπτεται από το ύψωμα, πάνω στο οποίο είναι κτισμένος ο νεότερος οικισμός.

Το Σπήλαιο των Ολύμπων αποτελεί το πρώτο επισκέψιμο και διαμορφωμένο σπήλαιο στη Χίο, αν και εξερευνήθηκε πρώτη φορά το 1985. Είναι σπηλαιοβάραθρο με βάθος που φθάνει τα 57μ. και διαθέτει πλούσιο και εντυπωσιακό σταλακτιτικό και σταλαγμιτικό διάκοσμο, που το κατατάσσει ανάμεσα στα πιο αξιόλογα και όμορφα σπήλαια της Ελλάδας. Η αρχή της δημιουργίας του τοποθετείται πριν από 150 εκατομμύρια χρόνια, ενώ θα πρέπει να ολοκληρώθηκε περίπου 50 εκατομμύρια χρόνια πριν. Ο ασβεστιτικός του διάκοσμος βρίσκεται ακόμη σε κατάσταση δημιουργίας.

Το Σπήλαιο του Λιθιού έχει μήκος διαδρόμων 370 μ. και αναπτύσσεται σε δυο επίπεδα. Λόγω της δυσχερούς πρόσβασης στους χώρους του, οι οποίοι φιλοξενούν και δύο υπόγειες λίμνες, είναι προσβάσιμο μόνο σε σπηλαιολόγους.

1.4. Σχήμα, ακτές και παραλίες

Η Χίος χαρακτηρίζεται από το ισορροπημένο σχήμα της που αναπτύσσεται γύρω από τον μακρύ άξονα βορρά – νότου ανάμεσα στα δυο κυριότερα ακρωτήρια του νησιού, το Καμπί στα βόρεια και το Μάστιχο στα νότια. Οι ακτές της εκτείνονται σε μήκος 213 χλμ με πολλές παραλίες και όρμους που μπορούν να προσφέρουν καταφύγιο σε μικρά σκάφη. Το κυριότερο λιμάνι, είναι της πόλης της Χίου. Ένα δεύτερο αναπτυσσόμενο φυσικό λιμάνι είναι ο Λιμένας των Μεστών ή Πασά Λιμάνι στα δυτικά. Δευτερεύουσα σημασία έχουν τα λιμάνια Λαγκάδας και Μαρμάρου στα βορειοδυτικά. Από τους φυσικούς χώρους προσόρμησης ξεχωρίζουν ο Ληθής, η Ελήντα και ο όρμος της Ελάτας στα δυτικά, η Αυλωνιά, ο Σαλάγωνας και τα Βρουλίδια νοτιοδυτικά, ο Εμπορειός νότια και τα Λημνιά στα βορειοδυτικά.

Η Χίος διαθέτει αμέτρητες παραλίες, οι περισσότερες από τις οποίες δεν αξιοποιούνται τουριστικά. Εκτός των όρμων που αναφέρθηκαν οι σημαντικότερες είναι η Κώμη και τα Μαύρα Βόλια, μια παραλία με ηφαιστειακά μαύρα βότσαλα, στα νότια, η Αγία Φωτιά, η Δασκαλόπετρα, η Παραλία των Γλάρων στα ανατολικά, ο Ναγός, ο Γιόσωνας, ο Άγιος Γεώργιος και τα Αγιάσματα στα βόρεια, η Αγία Μαρκέλα και ο Μάναγρος στα βορειοδυτικά, η Αποθήκα, η Αγία Δύναμη και τα Τραχήλια στα νοτιοδυτικά.

1.5. Κλίμα

Το κλίμα σε ολόκληρο το νησί είναι ήπιο μεσογειακό έυκρατο. Οι ακραίες θερμοκρασίες κινούνται από 2o -3ο C κάτω από το μηδέν ως 43ο – 44ο C. Η θερμοκρασία κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 6-12ο C τον Φεβρουάριο με Μάρτιο και 29ο – 35ο C το καλοκαίρι. Η υγρασία είναι σχετικά υψηλή με μέση τιμή 62%, αλλά οι βροχοπτώσεις είναι σπάνιες και σύντομες, ενώ απουσιάζουν κατά κανόνα ακραίες χιονοπτώσεις και χαλαζοπτώσεις. Λόγω της υγρασίας είναι συνηθισμένος ο παγετός τα ξημερώματα από το φθινόπωρο έως την προχωρημένη άνοιξη. Οι άνεμοι που πνέουν στην περιοχή είναι κατά κανόνα βόρειοι – βοορειοανατολικοί (75%) και σπανιότερα νότιοι (20%). Το μεγαλύτερο μέρος του έτους το νησί καλύπτεται με ηλιοφάνεια και η ατμόσφαιρα είναι διαυγής με θαυμάσια διάχυση του φωτός.

1.6. Χλωρίδα

Η βλάστηση στη Χίο είναι κυρίως χαμηλή. Στα λιγοστά πια δάση κυριαρχεί το πεύκο, ενώ τα δένδρα που συναντά κανείς συχνότερα συνδέονται με καλλιέργειες και είναι ελιές, αμυγδαλιές, συκιές, εσπεριδοειδή, ξυλοκερατιές (κουντουρουδιές στην τοπική διάλεκτο), μουριές (συκαμνιές), τσικουδιές και λιγοστές οξιές, καρυδιές και κερασιές στα βόρεια. Στο νότιο τμήμα κυριαρχεί το μαστιχόδενδρο, σχίνο σε μια μοναδική ποικιλία, την Pistacia Lentiscus var. Chia, που συναντάται μόνο στη συγκεκριμένη περιοχή. Στον Κάμπο αναπτύσσεται μια ιδιαίτερη ποικιλία μανταρινιών, γνωστών ως χιώτικων, με ιδιαίτερα έντονη γεύση. Στους χαμηλούς ορεινούς όγκους συναντάται η συνηθισμένη μεσογειακή θαμνώδης βλάστηση σε συνδυασμό με αστιφίδες, θυμάρι, φρασκόμηλο και σπάρτους. Ανάμεσα στα χωράφια φυτρώνουν βάτοι, βατομουριές, αλόες και λυγαριές, όπου υπάρχει νερό.

Ο πλούτος και η ποικιλία της χλωρίδας της Χίου αποκαλύπτονται ιδιαίτερα στα λουλούδια και στις πόες.Χαρακτηριστικότερα ντόπια λουλούδια είναι τα ευωδιαστά χιώτικα γιασεμιά, οι λαλάδες, άγριες αυτοφυείς τουλίπες, από τις οποίες λέγεται ότι προήλθαν οι ολλανδικές, και η πιο πλούσια σειρά από είδη άγριας ορχιδέας στο Αιγαίο. Στις απόκρημνες ακτές μπορεί κανείς να συλλέξει κρίταμο, ένα ετήσιο φυτό με μικρά σαρκώδη ευωδιαστά φύλλα, και κάπαρη. Ο μικρόκοσμος των λουλουδιών και των αρωματικών φυτών παρουσιάζει μεγάλο πλούτο και ποικιλία και μέσα στο ίδιο το νησί από τόπο σε τόπο.

Η βιοποικιλότητα της Χίου μειώνεται τα τελευταία χρόνια εξαιτίας της εντατικοποίησης των καλλιεργειών και της εξέλιξης της αγροτικής οικονομίας. Ακόμα και φυτά πολύ συνηθισμένα στο παρελθόν, όπως τα τοπικά μανιτάρια (αμανίτες), ο καπνός και το βαμβάκι, είναι σπάνια. Οι καλλιέργειες αφορούν περισσότερο τις κοινές σε όλη την Ελλάδα, κυρίως κηπουρικά ποτιστικά προϊόντα. Ξεχωριστά τοπικά προϊόντα σε αυτό τον τομέα αποτελεί το ξυλάγγουρο, ένα λαχανικό μεταξύ κολοκύθας και τυπικού αγγουριού.

1.7. Πανίδα

Η πανίδα της Χίου αποτελείται από λιγοστά ενδημικά είδη και πολλά αποδημητικά ή διαβατάρικα. Τις τελευταίες δεκαετίες έχει μειωθεί δραματικά ο αριθμός των μικρών σαρκοβόρων, αλεπούδων και ατσίδων κυρίως, καθώς και των αρπακτικών πτηνών. Το χαρακτηριστικότερο άγριο είδος στα βουνά της Χίου είναι η ορεινή πέρδικα, φημισμένη ανάμεσα στους κυνηγούς, αλλά και διάσημη αιώνες πριν από τα κείμενα των περιηγητών που την περιγράφουν ως ημιεξημερωμένη.

Στα οικόσιτα ζώα ξεχωρίζει το χιακό πρόβατο, ποικιλία που θεωρείται ιδιαίτερα αποδοτική και καλής ποιότητας. Ιδιαίτερα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο ο πληθυσμός των οικόσιτων έχει μεταβληθεί σε ποιοτικά χαρακτηριστικά εξαιτίας των αθρόων εισαγωγών.

2. Ιστορία

2.1. Προϊστορία - Αρχαιότητα

Η Χίος φαίνεται ότι κατοικούνταν από την Νεολιθική τουλάχιστον εποχή, όπως δείχνουν ευρήματα στο Εμπορειό και στο Άγιο Γάλα. Ως τα μέσα της Β' χιλιετίας π.Χ. κατοικήθηκε από τους Πελασγούς που άφησαν τα ίχνη τους στο τείχος που βρίσκεται κάτω από το Θολόποτάμι. Σύμφωνα με την παράδοση αποικίστηκε γύρω στο 1500 π.Χ. από τον μινωΐτη Οινοπίωνα, ο οποίος εισήγαγε την καλλιέργεια του αμπελιού. Ανάμεσα στο 1050 και στο 950 π.Χ. κατοικήθηκε από Ίωνες, Άβαντες από την Εύβοια και Μολοσσούς από την Αττική, και συνδέθηκε με τις τύχες της Ιωνίας.

Πόλη κράτος από τον 8ο αι. π.Χ., η Χίος ανέπτυξε την οινοπαραγωγή, τη ναυτιλία, το εμπόριο, τις τέχνες αλλά και το δουλεμπόριο. Κέντρο της η πόλη της Χίου στην ίδια θέση με τη σημερινή. Το δημοκρατικό (αριστοκρατικό) της πολίτευμα διαταράχτηκε από την τυρρανία του Στράττι, που εκδιώχθηκε το 499 κατά την Ιωνική επανάσταση εναντίον των Περσών. Το 493 οι Πέρσες κατακτούν τη Χίο, η οποία απελευθερώνεται το 479 μετά τη ναυμαχία της Μυκάλης για να προσχωρήσει το 478 στην Αθηναϊκή συμμαχία ως το 412 που αποστατεί.

Οι Αθηναίοι καταλαμβάνουν τις Οινούσσες και οχυρώνουν τον όρμο Δελφίνι στα βορειοδυτικά, από όπου εξορμούν και λεηλατούν το νησί, τα Καρδάμυλα, τη Βολισσό, τα Φανά και το Λευκώνιο. Δεν καταλαμβάνουν την οχυρή πόλη της Χίου μέχρι το 406 που εκδιώκονται από τον Σπαρτιάτη Καλλικρατίδα, ο οποίος εγκαθιδρύει φιλοσπαρτιατική ολιγαρχία αλλά και πάλι χωρίς τείχη και πλοία στη διάθεση των Χίων. Το 383 οι Χιώτες προσεγγίζουν ξανά την Αθήνα. Συμμετέχουν στη Β΄ Αθηναϊκή Συμμαχία (377) και παρά την αποστασία τους (357) συμπαρατάσσονται με τους Αθηναίους ενάντια στο Φίλιππο το 340. Το 334 τελικά η Χίος θα καταληφθεί από τους Μακεδόνες. Το 332 ο Αλέξανδρος θα αποκαταστήσει το δημοκρατικό πολίτευμα υπό τη σκέπη μιας μακεδονικής φρουράς. Η μακεδονική κυριαρχία θα κρατήσει μέχρι τις αρχές του 2ου αι π.Χ., όταν οι Χιώτες θα προσφέρουν το νησί τους ως βάση στο ρωμαϊκό στόλο με αντάλλαγμα να μείνει η Χίος ρωμαϊκή αλλά “ελεύθερη και αφορολόγητη” το 188 π.Χ.

Μια σύντομη κατάληψη της από τον Μιθριδάτη τον Στ΄ το 86 π.Χ. οριοθετεί την ευημερία της. Παρά την προνομιακή της θέση η Χίος θα είναι έκτοτε μια επαρχία της Ρωμαϊκής και αργότερα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, του Βυζαντίου δηλαδή.

2.2. Βυζαντινή περίοδος - Γενοβέζικη κυριαρχία

Από τον 11ο αιώνα η Χίος δείχνει να απολαμβάνει το αυξημένο ενδιαφέρον της αυτοκρατορικής διοίκησης, κάτι που φαίνεται εντονότερα στην ίδρυση της Νέας Μονής και στην ανέγερση του Κάστρου της πόλης της Χίου. Το 1093 το νησί λεηλατείται από τον τούρκο πειρατή Τζαχά και φαίνεται ότι στην καμπή του αιώνα γνωρίζει κάποιου τύπου ερήμωση η οποία πιθανόν καλύπτεται από μικρασιατικούς πληθυσμούς που σπρώχνονται από την τουρκική κατάκτηση της Ανατολίας.

Μετά από την περίοδο κυριαρχίας των Zaccariae η εξουσία θα περάσει για λίγο πάλι στον αυτοκράτορα και το 1346 η Χίος καταλαμβάνεται από μια γενοβέζικη εταιρεία, την Mahona, η οποία κυριαρχείται από τους Giustiniani. Στην Mahona οφείλεται η διαμόρφωση του οικονομικού και χωροταξικού σχεδιασμού της Χίου των νεοτέρων χρόνων. Οργανώνεται η αγροτική οικονομία με αιχμή τα εσπεριδοειδή και τη μαστίχα και αναπτύσσεται η οικονομία του μεταξιού σε όλα τα στάδια της παραγωγής. Σχηματίζεται το δίκτυο των οικισμών και των οχυρωματικών εγκαταστάσεων που περιλαμβάνουν κάστρα, καστέλια ή πύργους, βίγλες και οχυρωμένα καστροχώρια.

Παρά τον σκληρό εξουσιαστικό χαρακτήρα της γενοβέζικης διακυβέρνησης και τη λεηλασία των φυσικών πηγών και του πληθυσμού, η περίοδος της Γενουατοκρατίας δημιουργεί ανάπτυξη στο νησί και οδηγεί σε προσέγγιση των ορθοδόξων με τους Λατίνους κατοίκους σε κοινωνικό και πολιτισμικό επίπεδο. Στην Mahona οφείλεται η ένταξη της Χίου σε ένα τεράστιο και πυκνό δίκτυο εμπορικών σταθμών που περιλάμβανε μεταξύ άλλων τον Γαλατά της Κωνσταντινούπολης, τον Καφφά της Κριμαίας και την ίδια την Γένοβα, ενώ αυξήθηκε η σημασία του λιμανιού της σε σχέση με τα άλλα λιμάνια της περιοχής ως τον 17ο αιώνα.

2.3. Οθωμανική περίοδος

Από το 1512 η Χίος τελεί φόρου υποτελής του Σουλτάνου και από το 1566 εντάσσεται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία με ειδικές ρυθμίσεις που προβλέπουν ανάμεσα στα άλλα εμπορικές διευκολύνσεις για τους Χιώτες, αναγνώριση των δικαιοπραξιών και της ιδιοκτησίας, ενός τύπου αυτοδιοίκηση και ειδικό καθεστώς για τα μαστιχοχώρια και τους καλλιεργητές της μαστίχας. Τις εξελίξεις στο νησί μετά την κατάκτηση σημάδεψαν η επίθεση των Φλωρεντίνων το 1599 και κυρίως η σύντομη κατάληψη του νησιού το 1694-1695 από τους Βενετούς, που οδήγησε στην επαναδιαπραγμάτευση του καθεστώτος της Χίου, στην περιστολή των προνομίων της εμπορικής αριστοκρατίας, η οποία σε μεγάλο βαθμό άρχισε να μετακινείται προς την Σμύρνη και άλλα εμπορικά κέντρα, και στην έξωση της συντριπτικής πλειονότητας του καθολικού πληθυσμού από το νησί.

Ο μακρύς 18ος αιώνας (συμβατικά ως το 1822) αποτελεί τον “χρυσό αιώνα” της Χίου. Κύριο μοχλό για την οικονομική ανάπτυξη αποτέλεσαν τα μεταξωτά που παράγονταν παντού σε ολόκληρη τη Χίο, κυρίως σε οικιακούς αργαλειούς που οργανώνονταν σε μεγάλα πρωτοβιομηχανικά δίκτυα και κατευθύνονταν στις μεγάλες αγορές της Ανατολής. Οι μαστιχάδες του νότου κερδίζοντας σημαντικά προνόμια χρησιμοποιούν το μαστίχι για να ικανοποιήσουν τους φόρους τους και εμπλέκονται ολοένα και πιο πολύ στο εμπόριο ακολουθώντας τις αναπτυσσόμενες εμπορικές τάξεις της Χώρας. Η οικονομική άνθηση ενισχύει την εκπαιδευτική κίνηση, με την ίδρυση της Σχολής της Χίου το 1792. Η Σχολή αναπτύχθηκε με τη συνεργασία σημαντικών λογίων, όπως του Νεόφυτου Βάμβα και του Αθανάσιου Πάριου, και με την καθοδήγηση του Αδαμαντίου Κοραή. Η Σχολή αποτέλεσε έναν ευρύτερο πολιτιστικό πόλο με τη δημιουργία εργαστηρίων, βιβλιοθήκης και τυπογραφείου, αλλά καταστράφηκε ολοσχερώς το 1822.

2.3.1. 19ος αιώνας

Ο 19ος αιώνας χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη του χιακού στοιχείου εκτός Χίου κυρίως και από τις αλλεπάλληλες καταστροφές του νησιού. Το 1822 οι Σφαγές της Χίου ερημώνουν το νησί. Οι διπλωματικές προσπάθειες για την απελευθέρωση του νησιού, όπως και μια σύντομη εκστρατεία των ελληνικών δυνάμεων υπό την αρχηγία του φιλέλληνα συνταγματάρχη Φαβιέρου το 1827, οδηγούν σε νέες σφαγές. Μετά το 1830 η Χίος εντάσσεται ακόμη περισσότερο στις δομές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το 1839 καταργούνται οι ειδικές ρυθμίσεις για το μαστίχι και δημιουργείται το πρώτο σύστημα τοπικής αυτοδιοίκησης με ενιαία τη νότια μαστιχοφόρο Χίο. Ολοένα και μεγαλύτερη σημασία για τη διοίκηση του νησιού αποκτούν οι βεκίληδες (απεσταλμένοι) στην Κων/πολη, ενώ και ο πλούτος των Χιωτών αποθησαυρίζεται πια στα μεγάλα κέντρα της διασποράς. Στο νησί αναπτύσσεται μια μικρής ακτίνας ναυτιλία, εμπόριο, κυρίως των εσπεριδοειδών, και μια μικρής κλίμακας ποτοποιΐα.

Ο σεισμός του 1881 ερειπώνει πολλούς οικισμούς και τη Χώρα και κινητοποιεί νέες οικονομικές δυνάμεις, ενώ προκαλεί τη μετανάστευση ακόμα περισσότερων Χίων στη Μικρά Ασία και στην Πόλη κυρίως.

2.4. 20ος αιώνας

Για πολλά χρόνια η Χίος περιμένει κυρίως την απελευθέρωση που θα έλθει στις 11 Νοεμβρίου του 1912. Για μια δεκαετία περίπου το νησί περνά μια μεταβατική φάση ένταξης στους ελληνικούς θεσμούς. Πολλοί Χιώτες επιστρατεύονται και πολεμούν στο Μακεδονικό Μέτωπο, στην Ουκρανία και στη Μικρά Ασία.

Η Μικρασιατική Καταστροφή πλημμυρίζει τη Χίο με στρατό και πρόσφυγες. Στην κεντρική πλατεία της Χώρας, στο Βουνάκι, κηρύσσεται η “Επανάσταση” του συνταγματάρχη Πλαστήρα, το Σεπτέμβριο του 1922. Η Χίος εντάσσεται ολοκληρωτικά στο ελληνικό κράτος.

Μετά τον πόλεμο του 1940-1941, το νησί τελεί υπό γερμανική ναζιστική κατοχή από τις 4/5/1941. Την περίοδο αυτή η Χίος αποτελεί πέρασμα για την Τουρκία, όπου κατευθύνονται όσοι σπεύδουν να καταταχτούν στις Ελληνικές Δυνάμεις στη Μέση Ανατολή, όπως και πολλοί που σπρώχνονται από την πείνα και την καταπίεση των κατοχικών αρχών. Τα γερμανικά στρατεύματα αποχωρούν στις 10/9/1944 αφήνοντας τη διοίκηση του νησιού στις τοπικές δυνάμεις της Αντίστασης.

Στα χρόνια μετά τον Εμφύλιο το νησί στηρίχθηκε οικονομικά στην ναυτιλία και την μετανάστευση. Κάποια από τα κύρια προβλήματα που καταγράφηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ’60 παραμένουν και σήμερα, με κυριότερα το συγκοινωνιακό και τη διαχείριση του υδάτινου πλούτου. Μετά το 1974 η επιδείνωση των σχέσεων Ελλάδας – Τουρκίας στέρησε πάλι το νησί από την επικοινωνία με τις απέναντι ακτές, η οποία δείχνει τα τελευταία χρόνια να ανακάμπτει.

Σήμερα για πρώτη φορά το νησί δείχνει να στρέφεται οικονομικά στην ανάπτυξη του ήπιου πολιτισμικού τουρισμού και στην αξιοποίηση του πλούτου της μαστίχας.

2.5. Η καταστροφή της Χίου

Ο όρος «Καταστροφή της Χίου» αναφέρεται στις σφαγές που διενεργήθηκαν στη Χίο κατά τους μήνες Απρίλιο και Μάϊο του 1822, μετά από μια σύντομη εξέγερση των Χίων με την παρακίνηση ομάδας επαναστατημένων Σαμιωτών κάτω από τις διαταγές του Λυκούργου Λογοθέτη τον Μάρτιο του 1822. Στις 30 Μαρτίου αρχίζει η επίθεση του οθωμανικού στόλου με αρχηγό τον Καρά Αλή, που καταλήγει στην κατάληψη της Χώρας και στην απόλυτη επικράτηση κατά των επαναστατών ως τις 2 Απριλίου, Μεγάλο Σάββατο. Στις 23 Απριλίου εκτελούνται στο Κάστρο της Χίου, όπου κρατούνταν όμηροι, οι αντιπρόσωποι των χωριών, οι δημογέροντες και ο Μητροπολίτης Χίου Πλάτων Φραγγιάδης.

Έκτοτε οθωμανοί στρατιώτες αλλά και συμμορίες από την Ανατολία, άρχισαν να λεηλατούν, να σκοτώνουν, να εξανδραποδίζουν και να πυρπολούν κατά το δοκούν,ξεκινώντας από την πόλη της Χίου και επεκτείνοντας τη δράση τους προς τα χωριά. Οι σφαγές και η λεηλασία διεξήχθησαν σε δυο φάσεις, μια πριν και μια μετά την πυρπόληση της οθωμανικής ναυαρχίδας από τον Κωνσταντίνο Κανάρη στις 6-7 Ιουνίου 1822.

Οι συνέπειες της Καταστροφής είναι δύσκολο να υπολογιστούν με ακρίβεια. Θανατώθηκαν αρκετές χιλιάδες, εξανδραποδίστηκε επίσης ένας πολύ μεγάλος αριθμός και χιλιάδες εκδιώχθηκαν ως πρόσφυγες. Από τη φωτιά και τη λεηλασία καταστράφηκε το Γυμνάσιο της Χίου με την πολύτιμη βιβλιοθήκη και τα εργαστήρια του, η Νέα Μονή και πολλά ιδιωτικά και κοινοτικά κτίσματα σε όλο το νησί. Ο πληθυσμός που επέστρεψε δέχτηκε άλλη μια σφαγήκατά την ανεπιτυχή εκστρατεία για απελευθέρωση του νησιού το 1827-1828.

Οι σφαγές της Χίου ενίσχυσαν το φιλελληνικό κίνημα υποστήριξης της Επανάστασης στην Ευρώπη και ενέπνευσαν μεγάλους καλλιτέχνες. Οι σημαντικότερες δημιουργίες που εμπνεύστηκαν από την Καταστροφή είναι ο πίνακας του Ευγένιου Ντελακρουά "Σκηνές από τις σφαγές της Χίου" και το ποίημα του Βίκτωρος Ουγκώ "Το παιδί της Χίου".

2.6. Πρόσφυγες στη Χίο

Σχεδόν έναν αιώνα μετά την δική της Καταστροφή, η Χίος δέχτηκε μεγάλο αριθμό προσφύγων, είτε ως σταθμός στο δρόμο για άλλους τόπους προσφυγιάς, είτε ως τόπος εγκατάστασης.

Οι πρώτοι πρόσφυγες έφθασαν στη Χίο κατά τη διάρκεια του Πρώτου Διωγμού (1914-1918) από τη γειτονική χερσόνησο της Ερυθραίας. Εγκαταστάθηκαν κυρίως στο Κάστρο που είχε εγκαταλειφθεί από τους μουσουλμάνους κατοίκους του μετά την απελευθέρωση του νησιού το 1912 και εντάχθηκαν σχετικά ομαλά στην κοινωνία. Συγκρότησαν συλλόγους και ομάδες και διεκδίκησαν την επιστροφή τους στη Μικρά Ασία, που για πολλούς ήλθεμε την Ελληνική Κατοχή της περιοχής της Σμύρνης (1919-1922).

Η δεύτερη και σημαντικότερη μετακίνηση προσφύγων προς το νησί έλαβε χώρα με την κατάρρευση του μετώπου. Δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες έφταναν στη Χίο με κάθε μέσο και κατέλαβαν κάθε χώρο στην πόλη και στα περισσότερα από τα χωριά. Χιλιάδες επίσης διανυκτέρευαν σε τραγικές συνθήκες στο ύπαιθρο. Η οργάνωση περίθαλψης και η προηγούμενη εμπειρία του πρώτου διωγμού αποδεικνύονταν αναποτελεσματικές λόγω του πλήθους των προσφύγων και της οξύτητας των αναγκών. Οι περισσότεροι πρόσφυγες που έφτασαν στο νησί αναγκάστηκαν σύντομα να το εγκαταλείψουν για άλλους τόπους.

Τελικά οι πρόσφυγες που παρέμειναν εγκαταστάθηκαν κυρίως στην πόλη και σε μεγάλα χωριά, όπως τα Καρδάμυλα, η Καλαμωτή και τα Νένητα. Εκτός από το Κάστρο, σημαντικοί συνοικισμοί δημιουργήθηκαν έξω από την πόλη, στα νότια στο Βαρβάσι και στα βόρεια στη σημερινή Αγία Παρασκευή, που θυμίζει το αντίστοιχο χωριό της Ερυθραίας. Σημαντικά στοιχεία του πολιτισμού των προσφύγων διασώζονται στους ναούς των συνοικισμών Άγιο Χαράλαμπο Βαρβασίου και Αγία Παρασκευή, καθώς και στο Μουσείο και Βιβλιοθήκη του Μικρασιατικού Συλλόγου “Ο Φάρος”.

2.7. Εμπόριο και χιώτικη διασπορά

Η Χίος είναι ιδιαίτερα γνωστή για την ανάπτυξη της ναυτιλίας της κατά τον 20ο αιώνα. Όμως για μια μακρά περίοδο οι Χιώτες ήταν γνωστοί κυρίως ως έμποροι και ελάχιστα ως ναυτικοί. Από την αρχαιότητα, λόγω της θέσης του νησιού στο δρόμο από την Μέση Ανατολή προς τον Εύξεινο και από τις μικρασιατικές ακτές στην ηπειρωτική Ελλάδα, οι Χιώτες ανέπτυξαν έντονες εμπορικές δραστηριότητες τόσο στο ίδιο το νησί, όσο και προς τα διάφορα εμπορεία και αποικίες στη Μεσόγειο.

Στα νεότερα χρόνια το λιμάνι της Χίου αποτελούσε τον μεγαλύτερο σταθμό της περιοχής μέχρι το 17ο αιώνα. Έκτοτε πολλοί Χιώτες μετέφεραν τις δραστηριότητες τους στην ανταγωνίστρια Σμύρνη και από κει σε ένα ευρύ δίκτυο από τη Βρετανία και την Ολλανδία μέχρι τις Ινδίες. Παράλληλα με το μεγάλο εμπόριο αναπτύσσονταν και μικρότερα δίκτυα από αγρότες που μετέφεραν μικρές ποσότητες προϊόντων και ξενιτεύονταν στη Σμύρνη, στην Πόλη κι αλλού, συνήθως από τον Μάρτιο ως τον Οκτώβριο. Χάρη στην προσηλυτιστική δράση της Καθολικής Εκκλησίας και στην τοπική παράδοση στην ιατρική αναπτύχθηκε από νωρίς επίσης και ένα είδος «φοιτητικής μετανάστευσης», σημαντικότεροι εκπρόσωποι της οποίας είναι ο Λέων Αλλάτιος και ο Αδαμάντιος Κοραής.

Τον 18ο αιώνα αποκρυσταλλώνεται το ευρύ δίκτυο των χιωτών εμπόρων που διαθέτει πρακτορεία στις μεγαλύτερες πόλεις και αγορές της Ευρασίας: Καλκούτα, Χαλέπι, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Οδησσό, Τεργέστη, Βιέννη, Άμστερνταμ, Λονδίνο. Τα χιώτικα δίκτυα του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα εξελίχθηκαν σε Διασπορά μετά την Καταστροφή του 1822. Τυπικός εκπρόσωπος αυτής της Διασποράς είναι ο Λουκής Λάρας, ο μυθιστορηματικός ήρωας του Δημητρίου Βικέλα, αλλά και οι επιχειρηματίες της Ερμούπολης και της Πόλης. Η Ερμούπολη της Σύρου κτίστηκε από πρόσφυγες της Επανάστασης με σημαντικότερη ομάδα ανάμεσα τους τους Χίους, οι οποίοι προίκισαν τη νέα πόλη με τα δίκτυα των επαφών και των δραστηριοτήτων τους.

Στην Πόλη, η παλιά χιώτικη παροικία ενισχύθηκε με πολλά δυναμικά στοιχεία, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονται ο Ανδρέας Συγγρός, ο Ιωάννης Ψυχάρης, ο Μιχαήλ Θεοτοκάς και πολλοί άλλοι.

Σταδιακά το κέντρο βάρους της χιώτικης Διασποράς μετακινήθηκε προς την Αγγλία, από όπου έγινε προσπάθεια να επηρεαστεί το διπλωματικό παιχνίδι υπέρ της Ελλάδας, ιδίως στις αρχές του 20ου αιώνα. Αίγυπτος και Αγγλία αποτελούν τις όψεις του ίδιου φαινομένου που γεφυρώνει την εμπορική Διασπορά με την εργατική μετανάστευση των ασθενέστερων τάξεων. Το Λονδίνο θα αποτελέσει το κέντρο των ναυτιλιακών δραστηριοτήτων των Χίων κατά τον 20ο αιώνα, όταν η χιώτικη εμπορική Διασπορά θα παρακμάσει και θα αναδυθεί ο κόσμος της χιώτικης ναυτιλιακής επιχειρηματικότητας. Μια νέα Διασπορά συγκροτείται σε δυο φάσεις (στις αρχές του 20ου αι. και μεταπολεμικά) στην Αμερικανική Ήπειρο, στην Αυστραλία και στην Νότιο Αφρική, όπου σχηματίζονται σημαντικές παροικίες Χιωτών. Το καλοκαίρι το νησί υποδέχεται ένα σημαντικό αριθμό μεταναστών που επιστρέφουν και συμμετέχουν ενεργά στην κοινωνική ζωή των τόπων καταγωγής τους.

3. Αρχαιολογικοί χώροι και μνημεία

Η συνεχής κατοίκηση της Χίου από τα αρχαία χρόνια και η διατήρηση πολλών οικισμών στην ίδια θέση έχει οδηγήσει στην εξαφάνιση πολλών από τα ίχνη του παρελθόντος, καθώς και πολλών εν δυνάμει εκθεμάτων. Παρόλα αυτά το νησί προσφέρει στον επισκέπτη του αρκετές δυνατότητες επίσκεψης τόσο σε χώρους μέσα στην πόλη, όσο και στην ύπαιθρο.

3.1. Το Κάστρο της Χίου

Το Κάστρο της πόλης σώζεται στην βόρεια πλευρά του σύγχρονου λιμανιού της Χίου, από το οποίο το χωρίζει μια σειρά νεοτέρων κτιρίων. Η κατασκευή του ξεκινά στα βυζαντινά χρόνια (τον 9ο -10ο αι.). Η σημερινή του μορφή οφείλεται στα έργα της εποχής της γενοβέζικης κυριαρχίας και στις μεταγενέστερες επισκευές από τους Οθωμανούς και τους Βενετούς. Το περίγραμμα του Κάστρου έχει διασωθεί με αλλοιώσεις που οφείλονται σε καταστροφές του 19ου αιώνα και στην επέκταση του λιμανιού τον 20ο αιώνα ,για την οποία κατεδαφίστηκε το νότιο τείχος. Oι προμαχώνες του και οι επάλξεις του διατηρούνται αρκετά καλά.

Γύρω από το Κάστρο σώζεται ακόμα ένα τμήμα της τάφρου που σε παλαιότερες απεικονίσεις περικλείει το κάστρο και επικοινωνεί με τη θάλασσα. Η κύρια είσοδος του κάστρου είναι η μνημειακή Νότια Πύλη (Porta Maggiore) που χρωστά τη σημερινή της μορφή στη σύντομη κατάκτηση της Χίου από τους Βενετούς το 1694-1695. Από την νότια πύλη οδηγούμαστε με μια καμαροσκέπαστη στοά στο Παλάτι των Giustiniani, κτίριο του 15ου αιώνα. Αποτελεί εκθεσιακό χώρο παλαιοχριστιανικών ψηφιδωτών, βυζαντινών κι υστεροβυζαντινών τοιχογραφιών, μεταβυζαντινών εικόνων και ξυλόγλυπτων, με σημαντικότερο έκθεμα τις αποκολημμένες τοιχογραφίες από το ναό της Παναγιάς της Κρήνας στους Βαβύλους.. Στην ίδια περιοχή βρίσκεται το οθωμανικό νεκροταφείο με τον τάφο του Καρά Αλή. Συνεχίζοντας την περιήγηση συναντάμε το τέμενος Μπαϊρακλή, τον Άγιο Γεώργιο (πρώην Εσκί Τζαμί) και τα οθωμανικά λουτρά του 18ου αιώνα. Άλλα αξιοθέατα του Κάστρου αποτελούν η Κρύα Βρύση, μια ημιυπόγεια δεξαμενή με βυζαντινές φάσεις, κι ο Πύργος της οθωμανικής περιόδου (Κούλες) κτισμένος εξ‘ ολοκλήρου από αρχαίο οικοδομικό υλικό.

3.2. Εμπορειό

Βρίσκεται στα νότια του νησιού στην περιοχή του ομώνυμου ηφαιστείου και διαθέτει ένα εξαιρετικό φυσικό λιμάνι και δυο ξεχωριστές παραλίες με μαύρα ηφαιστειακά βότσαλα. Η περιοχή κατοικήθηκε ήδη από τους νεολιθικούς χρόνους και η ανθρώπινη παρουσία συνεχίστηκε ως τη βυζαντινή περίοδο σε μια περιοχή που σήμερα είναι μοιρασμένη ανάμεσα στην Καλαμωτή και στο Πυργί.

Η περιοχή του Εμπορειού κατοικήθηκε στο τέλος της έκτης και της τρίτης χιλιετίας και τέλος γύρω στον 13ο αιώνα π.Χ. Οι ανασκαφές της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής έφεραν στο φως πολλά ευρήματα, κυρίως κεραμεική, τα οποία φυλάσσονται στο αρχαιολογικό μουσείο της Χίου. Η περιοχή κατοικήθηκε ξανά από τον 8ο αιώνα, όταν ιδρύεται ο αρχαϊκός οικισμός στην κλιτύ του λόφου Προφήτης Ηλίας. Στην κλασική εποχή οι άνθρωποι επέστρεψαν στο λόφο νοτιοδυτικά του λιμανιού, όπου είχαν εγκατασταθεί και στα προϊστορικά χρόνια. Στην ίδια περιοχή ένα βαπτιστήριο μαρτυρεί την κατοίκηση ως την πρωτοβυζαντινή περίοδο.

3.2.1. Ο αρχαϊκός οικισμός και ο ναός

Επισκέψιμος σήμερα είναι ο αρχαϊκός οικισμός, ο οποίος αναπτύσσεται στην πλαγιά και σε ένα διάσελο του Προφήτη Ηλία. Μετά από μια πυρκαϊά του 1988 ο οικισμός αποκαταστάθηκε και προσφέρεται για αρχαιολογική επίσκεψη αλλά και ρομαντικό περίπατο. Αποτελείται από δυο τμήματα, την περιοχή των οικιών και την Ακρόπολη.

Οι οικίες έχουν τετράγωνη κάτοψη με τα ίχνη εστίας σε μια γωνία και στην αντίθετη πλευρά ένα κτιστό θρανίο που χρησίμευε για κρεββάτι. Η επιπεδη στέγη τους στηρίζονταν σε δοκούς με λίθινες βάσεις που διατηρούνται ως σήμερα. Το σημαντικότερο κτίσμα ήταν το μέγαρο, ένα στενόμακρο ορθογώνιο με πρόδομο και δώμα που διαμορφώθηκε σε δυο φάσεις.

3.2.2. Η Ακρόπολη

Το σημαντικότερο στοιχείο του οικισμου είναι η Ακρόπολη, ένας περιτειχισμένος χώρος που περιλαμβάνει ένα μέγαρο, πιθανόν έδρα του άρχοντα, και τον ναό της Αθηνάς. Το μέγαρο βρίσκεται στο τέλος του δρόμου που οδηγεί από το λιμάνι στην Ακρόπολη. Αποτελείται από πρόδομο και δώμα και από τα αρχαιολογικά ευρήματα φαίνεται ότι βρισκόταν σε χρήση από τον 8ο ως τον 5ο αιώνα.

Ο ναός της Αθηνάς ήταν επίσης δίχωρος με πρόναο και σηκό, μέσα στον οποίο βρίσκεται βωμός και η βάση για το –πιθανώς ξύλινο- άγαλμα της θεάς. Έξω από το ναό βρίσκονται άλλοι δύο βωμοί και ένας χώρος απόθεσης. Ο χώρος χρησιμοποιούνταν για λατρεία από τον 8ο αιώνα, όπως δείχνει ο βωμός στο εσωτερικό του σηκού, αλλά τόσο ο ναός όσο και ο βωμός που βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του χρονολογούνται στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. Το ιερό βρισκόταν σε χρήση τουλάχιστον ως τον 4ο αι. π.Χ., όπως δείχνει ο νεότερος βωμός της νότιας πλευράς. Ανάμεσα στο μέγαρο και στο ναό βρίσκεται ένας ανοικτός χώρος που θεωρείται από πολλούς η “αγορά” –τόπος συναθροίσεων – της Ακρόπολης.

3.3. Βολισσός

Η Βολισσός είναι πιθανώς ο αρχαιότερος οικισμός της Χίου με αναφορές ήδη από τα Ομηρικά έπη. Στην βυζαντινή εποχή δημιουργήθηκε το ομώνυμο κάστρο που διατηρείται μέχρι σήμερα. Η παράδοση την συνδέει εσφαλμένα με τον στρατηγό του Ιουστινιανού Βελισσάριο, ενώ ο Κοραής αναφέρει τη Βολισσό ως τόπο έκδοσης των βιβλίων του για να τιμήσει την φερόμενη ως πατρίδα του Ομήρου.

3.4. Ανάβατος

Κοντά στην Νέα Μονή βρίσκεται ο Ανάβατος, κτισμένος πάνω από έναν απότομο γκρεμό, από όπου φέρεται πως αυτοκτόνησαν, όπως στο Ζάλλογγο, Χιώτισσες κατά την Καταστροφή του 1822, για να μην πέσουν στα χέρια των Οθωμανών. Οι κάτοικοι του χωριού υπήρξαν φημισμένοι μαραγκοί του οθωμανικού στόλου και καρβουνιάρηδες, συνήθως εξαρτημένοι από την Νέα Μονή. Σήμερα το χωριό είναι σχεδόν έρημο.

3.5. Δασκαλόπετρα

Στην άκρη του Βροντάδου βρίσκεται η Δασκαλόπετρα, ένας βράχος με διαμόρφωση εδράνων στην κορυφή. Φαίνεται ότι συνδέεται με τη λατρεία της Κυβέλης, αλλά η τοπική φήμη τον συνέδεσε με τον Όμηρο και γι αυτό αποκαλείται και Πέτρα του Ομήρου.

3.6. Νέα Μονή

Η Νέα Μονή αποτελεί μαζί με την Μονή του Αγίου Ιωάννου στην Πάτμο το καλύτερο παράδειγμα αυτοκρατορικής μονής στον χώρο του Αιγαίου από τη Μεσοβυζαντινή περίοδο. Η σημασία της μονής για την Χίο υπήρξε τεράστια, αφού αποτέλεσε, εκτός από ένα σημαντικό θρησκευτικό καθίδρυμα, τον μεγαλύτερο γαιοκτήμονα και την ισχυρότερη οικονομική μονάδα του νησιού για πολλούς αιώνες.

3.6.1. Το χτίσιμο της Μονής και η οργάνωση της μοναστικής ζωής

Η Νέα Μονή ιδρύεται στις αρχές της δεκαετίας του 1040, πιθανόν λίγο πριν το 1042, αλλά συνδέεται κυρίως με τη βασιλεία του ζεύγους Ζωής και Κωνσταντίνου Μονομάχου (1042-1055), στην εποχή των οποίων ολοκληρώνονται σε μεγάλο βαθμό η ανέγερση και η ίδια προικίζεται με τα πιο σημαντικά της προνόμια. Λεπτομέρειες για την ίδρυση και την οργάνωση της μοναστικής ζωής στη Μονή δεν είναι γνωστές εξαιτίας των καταστροφών που υφίσταται στην μακραίωνη ιστορία της.

Το Τυπικό της Μονής χάθηκε. Ωστόσο μπορούμε να υποθέσουμε ότι ενώ αρχικά εφαρμόζεται το κοινοβιακό σύστημα, διαδομένο εκείνη την εποχή στην αυτοκρατορία, σε άδηλο χρόνο, ίσως ήδη από τον 12ο αιώνα, η μοναστική ζωή οργανώνεται με βάση ένα ιδιότυπο σύστημα με αρκετά στοιχεία κοινοβιακής ζωής. Η παράδοση αναφέρεται σε μια ερήμωση της μονής που πρέπει να συνδεθεί με την ερήμωση του νησιού από τον τούρκο πειρατή Τζαχά το 1093 και αποτελεί πιθανόν καταλύτη για τις οργανωτικές αλλαγές.

Σε κάθε περίπτωση ο πλούτος των πληροφοριών μας προέρχεται κυρίως από τους 17ο και 18ο αιώνες. Οι πηγές αναφέρουν κοινοβιακά στοιχεία οργάνωσης, όπως η κοινή λατρεία, η διανομή τροφίμων, η συνεστίαση κατά τις εορτές και κάποιες Κυριακές. Ο ηγούμενος εκλέγεται για τρία έτη και για όλη την ιστορία της μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα η μονή απολαμβάνει ανεξαρτησία, τόσο από τον τοπικό μητροπολίτη, ως σταυροπηγιακή, όσο και από τους λαϊκούς άρχοντες. Στις αρχές του 18ου αιώνα ο αριθμός των μοναχών αναφέρεται να κινείται μεταξύ των 200 και 400, αλλά στην ουσία είναι αδύνατον να τεκμηριωθεί, γιατί πολλοί ζουν στα μετόχια της μονής που είναι σκορπισμένα σε όλο το νησί και αρκετοί δεν απογράφονται για να κρατηθεί σε χαμηλά επίπεδα ο φόρος που πρέπει να καταβάλει το μοναστήρι στις οθωμανικές αρχές.

Η παρακμή της μονής ξεκινά από τις αρχές του 19ου αιώνα, όταν για να αποπληρώσει ένα υπέρογκο πρόστιμο ως ποινή για τον εκχριστιανισμό δύο μουσουλμανιδών, η μονή εκπωλεί μέρος των ιδιοκτησιών της και υπερχρεώνεται – κατ' ουσίαν υποδουλώνεται – σε πλούσιους δανειστές από τον κύκλο της δημογεροντίας της Χίου. Η Καταστροφή της Χίου το 1822, η απώλεια πολλών κτημάτων, ο σεισμός του 1881 και ο εκσυγχρονισμός της κοινωνίας οδηγούν στην εγκατάλειψη της μονής, η οποία στην μεταπολεμική περίοδο μετατρέπεται από ανδρικό μοναστήρι άβατο σε γυναικεία μονή. Σήμερα μονάζει μόνο μία μοναχή.

3.6.2. Η αρχιτεκτονική και η διακόσμηση

Όταν το 1737 ο Ρώσος μοναχός Vasily Barsky επισκέπτεται την Νέα Μονή περιγράφει το συγκρότημα των κτιρίων ως χωριό μάλλον παρά ως μοναστήρι. Είναι βέβαιο ότι σημαντικά κτίσματα εντός του περιβόλου της μονής προέρχονται από την πρώτη φάση της οικοδόμησης ανάμεσα στο 1043 και το 1055, όχι όμως χωρίς σημαντικές φθορές, καταστροφές και ανοικοδομήσεις. Το σημαντικότερο κτίσμα είναι το καθολικό της Μονής αφιερωμένο στην Παναγία, το οποίο φέρεται να έχει κτισθεί περίπου ως τα μέσα του 11ου αιώνα. Λίγα χρόνια αργότερα, πιθανόν στα χρόνια της βασιλείας της Θεοδώρας (1055-1056) προστέθηκε ο εξωνάρθηκας. Την ίδια περίπου περίοδο διακοσμήθηκε το καθολικό με τα περίφημα ψηφιδωτά.

Ο ναός αποτελεί έναν ιδιαίτερο οκταγωνικό τύπο με τρούλο, στον οποίο απουσιάζουν εσωτερικά στηρίγματα και εξωτερικές αντηστηρίξεις ώστε να δημιουργείται μια αίσθηση ενότητας του χώρου στο εσωτερικό του κυρίως ναού αλλά και σχετικής αυτονομίας από το ιερό και το νάρθηκα. Τα δάπεδα κοσμούνται αρχικά με κομψό μαρμάρινο διάκοσμο που συνδυάζεται με επιμελημένη ορθομαρμάρωση, η οποία περιβάλλει τους εσωτερικούς τοίχους του ναού. Ψηλότερα αναπτύσσονται τα ψηφιδωτά που συγκροτούν ένα πλήρες εικονογραφικό πρόγραμμα με κέντρο την ζωή και τη θυσία του Ιησού Χριστού. Τα ψηφιδωτά απηχούν κωνσταντινουπολίτικα πρότυπα με κάποιες καππαδοκικές ιδιομορφίες, όπως η προσωποποίηση του ποταμού Ιορδάνη στην σκηνή της Βάπτισης.

3.6.3. Προσθήκες και καταστροφές

Στη μακραίωνη ιστορία του το μνημείο, ιδιαίτερα ο τρούλος, υφίσταται πολλές καταστροφές από τη φύση και τους ανθρώπους.

Σημαντικές ζημιές προκάλεί ο σεισμός του 1389 και ίσως ένας δεύτερος στα τέλη του 16ου αιώνα. Ήδη το 1512 έχει προστεθεί στα δυτικά στον άξονα του καθολικού ένα πυργοειδές καμπαναριό, όπως μαθαίνουμε από την κτητορική του επιγραφή. Το 1822 ο ναός πυρπολείται από τους Οθωμανούς, οι οποίοι αφαιρούν το μολύβι από τα στηρίγματα του τρούλου και καταστρέφουν την πλακόστρωση και την ορθομαρμάρωση του ναού για να ανακαλύψουν κρύπτες με πολύτιμα αντικείμενα. Το 1828 ο ναός πυρπολήθηκε ξανά. Στο ενδιάμεσο μέχρι το σεισμό του 1881 έγιναν μάλλον ανεπιτυχείς επισκευές αλλά ο σεισμός κατέστρεψε ανεπανόρθωτα το μνημείο δημιουργώντας ρήγματα στη δομή, μισογκρεμίζοντας τον τρούλλο και καταστρέφοντας πολλά από τα μωσαϊκά. Κατέπεσε επίσης το κωδωνοστάσιο του 1512. Οι καταστροφές από το σεισμό άρχισαν να αποκαθίστανται από το 1927 αρχίζοντας από τα ψηφιδωτά, αλλά ακόμα και σήμερα ο αγώνας για τη σωτηρία του μνημείου συνεχίζεται.

Εκτός από το καθολικό, το σημαντικότερο μνημείο εντός του περιβόλου είναι η κινστέρνα, η δεξαμενή του νερού με τις συστοιχίες των κιόνων, η οποία αποδείχτηκε το ανθεκτικότερο κτίσμα από το συγκρότημα του 11ου αιώνα. Η τράπεζα είχε ανακαινισθεί το 1637, αλλά το δυτικό της μέρος κατέπεσε επίσης με τον σεισμό και ξανακτίσθηκε.

3.6.4. Η Νέα Μονή ως αρχιτεκτονικό και κοινωνικό πρότυπο

Η Νέα Μονή καθιερώνει έναν αρχιτεκτονικό τύπο καθολικού, ο οποίος ενοποιεί τον χώρο της άσκησης της λατρείας και είναι απόλυτα συμβατός με την μοναστική κοινοβιακή ζωή. Το πρότυπο αυτό ακολουθούν και άλλοι ναοί στο νησί, όπως η Παναγιά η Κρήνα στο χωριό Βαβύλοι και οι Άγιοι Απόστολοι στο Πυργί. Ιδιαίτερα στην δεύτερη περίπτωση, η ύπαρξη ενός μοναστηριακού τύπου ναού στην πλατεία του χωριού απέναντι στη δυτικότροπη Παναγιά έχει οπωσδήποτε ένα σημειολογικό ενδιαφέρον.

Πιθανόν και αυτοί οι ναοί αποτελούσαν μετόχια της Μονής. Ένα τέτοιο μετόχι ανακαινίζεται στις αρχές του 16ου αιώνα και αποτέλεί τον πυρήνα ενός χωριού, του Αγίου Γεωργίου του Συκούση. Το Τυπικό του μοναστηριού θέτει το κανονιστικό πλαίσιο όχι μόνο για τη ζωή των μοναχών αλλά και για τη συμπεριφορά των αγροτών που εγκαθίστανται στα γύρω κτήματα, καθιερώνοντας κοινές πρακτικές λατρείας και νόρμες συμπεριφοράς που σε μεγάλο βαθμό θυμίζουν τον ιδιότυπο χαρακτήρα του κεντρικού μοναστηριού.

Η Νέα Μονή μεταφέρει στη Χίο αρχιτεκτονικά πρότυπα, δημιουργεί έναν ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό τύπο, καθιερώνει ένα τυπικό σύστημα αγροληπτικής σχέσης και αποτελεί το μοναστήρι της μεγάλης μάζας της χιώτικης αγροτιάς. Η διάδοση του ονόματος Μονής και Μονού (θηλυκό) την εποχή της ακμής της Νέας Μονής τον 17ο και 18ο αιώνα, όπως και η διαχρονική αναγνώριση και από τον καθολικό πληθυσμό του νησιού, δείχνουν τη σημασία και την ακτινοβολία του μοναστηριού.

Οπωσδήποτε τον 19ο αιώνα η Νέα Μονή αποτέλεί ένα καθίδρυμα ιδιαίτερου κοινωνικού χαρακτήρα αφού γνωρίζουμε από αρχειακές πηγές ότι φιλοξενεί τροφίμους με ανίατες ασθένειες, κυρίως ψυχικές νόσους και λειτουργεί ως ένας χώρος στα όρια μεταξύ κοινωνικής ένταξης, ατομικού αναχωρητισμού και κοινωνικής απόρριψης.

3.6.5. Η οικονομία της Μονής

Από την εποχή της ίδρυσης της η Μονή χαίρει μιας σειράς προνομίων από τα οποία κυριότερα είναι η ετήσια επιχορήγηση της από το δημόσιο ταμείο, η παραχώρηση φορολογικών προσόδων από τις εβραϊκές οικογένειες του νησιού, η είσπραξη εισοδημάτων από κτήματα εντός και εκτός Χίου, όπως και από λειτουργίες σε ναούς του νησιού, φορολογικές απαλλαγές (εξκουσσεία) και κατοχή οικίας στην Κωνσταντινούπολη. Δεν γνωρίζουμε τη διάρκεια των προνομίων, αλλά τουλάχιστον η αυτοτέλεια της μονής και μια σειρά από κτήσεις στη Χίο, στη Σάμο και ίσως στη Μικρά Ασία και την ελλαδική χερσόνησο διατηρήθηκαν και από τους Γενοβέζους και από τους Οθωμανούς.

Σημαντικά εισοδήματα από το χιακό χώρο φαίνεται ότι προσπορίζεται η μονή εκμεταλλευόμενη καμίνια, δάση και βοσκοτόπια έξω από το έδαφος των κοινοτήτων. Οι κάτοικοι του γειτονικού χωριού Ανάβατος φαίνεται ότι εξαρτώνται από την Μονή στις υλοτομικές εργασίες τους και στην παραγωγή του κάρβουνου. Σημαντικές κτήσεις διαθέτει η Νέα Μονή σε όλόκληρη την Χίο, ακόμα και σε καλές συνοικίες της πόλης, όπως την Αγία Μαρίνα στον Εγκρεμό. Πολλά κτήματα περιέρχονταν στη μονή από αφιερώματα και από την περιουσία όσων έρχονταν για να μονάσουν. Ιδιαίτερα τον 17ο και 18ο αιώνα, εποχή έξαρσης των επιδημιών και του ορθόδοξου –και αντιλατινικού – φρονήματος, η Μονή επεκτείνει τις κτήσεις της, τις οποίες εκμεταλλεύεται με αγροληπτικές συμβάσεις που της αποδίδουν σημαντικό κομμάτι της παραγωγής.

Από τα μέσα του 19ου αιώνα οι αγρότες αντιστέκονται στην απόδοση των φόρων με επιθέσεις κατά των μοναχών και συχνά με καταπατήσεις των κτημάτων της Μονής. Η οικονομική εξέλιξη ανάγκασε τη Μονή να εκποιήσει σημαντικό μέρος της περιουσίας της πριν να περιέλθει στη διαχείριση της μητρόπολης.

3.6.6. Από Μοναστήρι σε πολιτισμικό προσκύνημα

Η Μονή σήμερα είναι σχεδόν έρημη. Από θρησκευτικό καθίδρυμα έχει εξελιχθεί σε πολιτισμικό προσκύνημα, αφού διασώζει το καθολικό με τα μοναδικά ψηφιδωτά του, την κινστέρνα, την τράπεζα και άλλα κτίσματα καθώς και ένα μικρό μουσείο εντός του περιβόλου. Το μνημείο αποτελεί μέρος της παγκόσμιας κληρονομιάς στο πλαίσιο της UNESCO ξεπερνώντας τα όρια του ορθόδοξου θρησκευτικού συναισθήματος.

Ο θρησκευτικός χαρακτήρας συνδέεται με τον εθνικό σε ένα μικρό παρεκκλήσι στην είσοδο της Μονής, όπου φυλάσσονται στιβαγμένα σε προθήκες στους τοίχους τα λείψανα των θυμάτων των σφαγών του 1822.

3.6.7. Οι ζώνες επιρροής των μονών

Η Νέα Μονή κατέχει κεντρική θέση στο δίκτυο των μονών του νησιού. Δεσπόζει στο κέντρο του νησιού και κατέχει κτήσεις (μετόχια) με ναούς και κτίσματα σε ολόκληρη την έκταση της Χίου. Κυριότερα μετόχια ήταν του Αγίου Γεωργίου, της Παναγιάς της Αγρελωπούσαινας στην Καλαμωτή και της Παναγιάς κυρά Βελίδαινας στον Άγιο Θαλελαιό. Οι μοναχοί της προέρχονταν κυρίως απο τα χωριά. Στο βόρειο τμήμα του νησιού η Νέα Μονή υποχωρεί προς όφελος της Μονής των Μουνδών στα Διευχά, όπου μονάζουν μέλη της αστικής τάξης και της αριστοκρατίας της Χίου.

3.7. Άλλοι ναοί

Στην περιοχή του Πυργίου βρίσκεται ο μεσαιωνικός Πύργος των Δοτιών μαζί με το κτισμένο με αρχαίους δόμους ναΐσκο του Αγίου Γεωργίου. Ο Πύργος επικοινωνεί οπτικά με ένα δίκτυο πύργων στην περιοχή και το σημαντικό και σχετικά διατηρημένο κάστρο των Απολίχνων (της Ωριάς) πάνω από τα Αρμόλια.

Στα όρια των μεσαιωνικών χωριών βρίσκονται και τρεις από τους σημαντικότερους βυζαντινούς ναούς της Χίου, των Αγίων Αποστόλων στο Πυργί, ο παλιός Ταξιάρχης στα Μεστά και η Παναγιά Αγρελωπούσαινα στην Καλαμωτή.

Βορειότερα και προς το κέντρο των Μαστιχοχώρων σώζεται το μοναστήρι της Παναγίας της Σικελιάς, το οποίο φιλοξένησε και κάποιες από τις συνελεύσεις των Μαστιχοχωριτών.

(Μιχάλης Βαρλάς - Άννα Μισαηλίδου)

4. Αρχιτεκτονική

4.1. Το γενικό πλαίσιο

Η μοναδικότητα που χαρακτηρίζει την αρχιτεκτονική της Χίου οφείλεται στην ανάπτυξη μιας καθαρά τοπικής οικιστικής παράδοσης, μοναδικής στον ελληνικό χώρο, με ρίζες βυζαντινές και γενουατικές.

Ο δομημένος χώρος της Χίου παρουσιάζει τρεις διακριτές χωρικές ενότητες με σημαντικές τυπολογικές, μορφολογικές και κατασκευαστικές διαφορές: την περιοχή του Κάμπου και της Χώρας, στις οποίες αναπτύχθηκε έντεχνη αρχιτεκτονική, το νότιο τμήμα με τους μεσαιωνικούς / φρουριακούς οικισμούς, και το βόρειο, ορεινό και φτωχότερο μέρος του νησιού με τους απλούς κτηνοτροφικούς οικισμούς.

4.2. Τα μεσαιωνικά χωριά της νότιας Χίου

Η ιστορική διαδρομή της Χίου καθορίστηκε από το προνόμιο της αποκλειστικής παραγωγής της πολύτιμης μαστίχας, ενός προϊόντος που προσέλκυσε κατά καιρούς πολλούς κατακτητές. Το 1346 η Χίος πέρασε στα χέρια των Γενουατών. Η περίοδος αυτή καθόρισε τη φυσιογνωμία του νησιού. Η βυζαντινή οικοδομική παράδοση του νησιού μπολιάστηκε γόνιμα από τους Γενουάτες και αναπτύχθηκαν τεχνογνωσίες και μορφολογικά χαρακτηριστικά που χαρακτηρίζουν έως και σήμερα τη χιώτικη αρχιτεκτονική, όπως είναι η χρήση του θόλου. Αλλά και η χωροταξική κατανομή των οικισμών του νησιού, όπως και η πολεοδομική τους συγκρότηση, είναι αποτέλεσμα της προσπάθειας των Γενουατών να οργανώσουν την καλλιέργεια της μαστίχας.

Στο νότιο μαστιχοπαραγωγό τμήμα του νησιού οι Γενουάτες οργάνωσαν τους οικισμούς στον τύπο των φρουρίων με έναν τριπλό στόχο: την άμυνα στις ενδεχόμενες εξωτερικές επιθέσεις, τον έλεγχο του αγροτικού πληθυσμού και την καλύτερη κατανομή της αγροτικής παραγωγής. Η κοινή πολεοδομική και αρχιτεκτονική δομή των οικισμών αποδεικνύει ότι δημιουργήθηκαν στη βάση συγκεκριμένου πλαισίου διατάξεων, το οποίο αναγνωρίζεται μέχρι και σήμερα στα Μεστά, στο Πυργί και στους Ολύμπους. Τα μεσαιωνικά χωριά είχαν κλειστό τετράπλευρο σχήμα. Οι εξωτερικοί τοίχοι των κατοικιών που βρίσκονταν στις παρυφές του οικισμού ενώνονταν φτιάχνοντας τον οξώγυρο, ένα εξωτερικό τείχος με δύο σιδερένιες πόρτες, οι οποίες έκλειναν με τη δύση του ηλίου. Στο κέντρο του οικισμού υπήρχε αμυντικός πύργος. Οι κατοικίες στα Μαστιχοχώρια είναι κατά κανόνα διώροφες με εσωτερική σκάλα. Στο ισόγειο στεγάζονταν οι βοηθητικές λειτουργίες και στον όροφο οι χώροι διημέρευσης. Στα δώματα, που είχαν ενιαία στάθμη, επεκτεινόταν ένα μέρος από τις λειτουργίες του σπιτιού. Κέντρο της σύνθεσης αποτελεί το αίθριο (άγερτο ή πουντί), που διαμορφώνεται στον όροφο και δίνει αερισμό και φωτισμό. Στο Πυργί, αλλά και σε άλλες περιοχές της Χίου, συναντούμε μια ιδιότυπη τεχνική στολισμού των κτηρίων, τα ξυστά, κατά την οποία γίνεται εγχάρακτη διακόσμηση επάνω στο εξωτερικό κονίαμα των όψεων.

4.3. Η πόλη της Χίου και ο Κάμπος

Στην πόλη της Χίου και στον Κάμπο αναπτύχθηκε ιδιότυπη μνημειώδης αρχιτεκτονική. Επιρροές γενουατικές και βυζαντινές αφομοιώθηκαν με το τοπικό στοιχείο, δημιουργώντας κατασκευές άριστης γλυπτικής τέχνης, στις οποίες πρωταγωνιστεί ο χρωματιστός ντόπιος πωρόλιθος των Θυμιανών. Στον πεδινό και εύφορο Κάμπο χτίστηκαν αρχικά οι πύργοι των ευγενών Γενουατών. Το 17ο και 18ο αιώνα, περίοδο οικοδομικής άνθησης, οι πύργοι μετασκευάστηκαν σε εντυπωσιακές επαύλεις που περιβάλλονταν από μεγάλα κτήματα εσπεριδοειδών και περιφράχτηκαν με υψηλούς μαντρότοιχους. Τα καμπούτσικα αρχοντικά είναι μεγάλα διώροφα ή τριώροφα κτήρια. Στο ισόγειο εξυπηρετούνται ποικίλες βοηθητικές λειτουργίες, ενώ στον όροφο βρίσκεται το κύριο δωμάτιο υποδοχής, το κιόσκι, που έχει τετράγωνη κάτοψη και είναι πάντοτε ανοιχτό προς τη θέα. Τυπικό στοιχείο των κατοικιών του Κάμπου είναι η μνημειακή εξωτερική σκάλα ανόδου στον όροφο. Η διάρθρωση των όψεων έχει ασυμμετρία και πλαστικότητα που δημιουργείται από τη διάσπαση των όγκων, τις τοξοστοιχίες και τις προεξοχές. Υψηλής ποιότητας υπαίθριος χώρος διαβίωσης, που περιλαμβάνει αλέες, δεξαμενές και βοτσαλωτά, περιβάλλει τα αρχοντικά, δημιουργώντας ένα σύνολο εξαιρετικής αισθητικής.

4.4. Η βόρεια Χίος

Στα βορειότερα της Χίου η οικονομία στηρίζεται στην κτηνοτροφία και οι οικισμοί είναι φτωχότεροι. Πρόκειται για μια γνήσια λαϊκή αρχιτεκτονική, που κατασκευάστηκε με απλά υλικά από τους ίδιους τους χρήστες. Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί ο Ανάβατος, ο οποίος θεωρείται ότι ιδρύθηκε για την επίβλεψη των δυτικών ακτών του νησιού.

4.5. Η αρχιτεκτονική της Χίου μετά την οθωμανική κατάκτηση

Το 1566 η Χίος καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς και βρέθηκε υπό την προστασία της μητέρας του σουλτάνου και του χαρεμιού του. Η ήπια οθωμανική κυριαρχία επέτρεψε στη δομημένη κληρονομιά της Λατινοκρατίας να διατηρηθεί ζωντανή έως τα τέλη του 18ου αιώνα. Μετά την Καταστροφή του 1822 και το μεγάλο σεισμό του 1881 χάθηκε σημαντικό κομμάτι από την παλιά αρχιτεκτονική. Το μεγαλύτερο μέρος των αρχοντικών του Κάμπου καταστράφηκε, όμως τα νέα κτίρια που χτίστηκαν προσαρμόστηκαν ικανοποιητικά στο υφιστάμενο περιβάλλον, γιατί διατήρησαν τα ίδια υλικά και το ίδιο λειτουργικό πρότυπο. Στα χρόνια που ακολούθησαν το νησί άρχισε να ανοικοδομείται σε ένα γενικό κλίμα ανάκαμψης. Τα νέα δημόσια και αστικά κτίρια που κατασκευάζονται στη Χώρα και στον Κάμπο εμφανίζουν νεοκλασικές επιδράσεις που εκπορεύονται από τη Δύση, αλλά και εκλεκτικιστικές που βρίσκονται πιο κοντά στο πνεύμα της γειτονικής Σμύρνης.

(Έφη Σαραντάκου)

4.6. Μεσαιωνικά Μαστιχοχώρια

Τα χωριά της νοτιοδυτικής Χίου διατηρούν τη δομή του οχυρωμένου οικισμού είτε σε χωριά που διασώζεται ο εξωτερικός τοίχος (Ολύμποι, Μεστά), είτε σε χωριά που σώζονται τμήματα και η γενική εικόνα του εσωτερικού του οικισμού (Πυργί, Βέσσα, Καλαμωτή). Το χωριό αναπτύσσεται γύρω από έναν κεντρικό πύργο και οι εξωτερικοί τοίχοι των σπιτιών σχηματίζουν το τείχος (οξώγυρο) το οποίο συνήθως διέθετε δυο “πόρτες”. Στην κεντρική πλατεία (πιάτσα ή λιβάδι) δεσπόζει ο κεντρικός πύργος και η εκκλησία του χωριού. Κάθε χωριό παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που αξίζει να παρατηρήσει κανείς, με περισσότερο εντυπωσιακή την διακόσμηση των γεωμετρικών εγχάρακτων κοσμημάτων στον εξωτερικό σοβά στο Πυργί και την ολοκληρωτικά αποκαταστημένη όψη του οικισμού στα Μεστά. Αξίζει να σταθεί κανείς στην πόρτα και στην κοινοτική τράπεζα στους Ολύμπους, στη διζωνική δομή της Βέσσας και στη μείξη αστικών και παραδοσιακών στοιχείων στην Καλαμωτή.

5. Μουσεία

5.1. Αρχαιολογικό Μουσείο

Το αρχαιολογικό μουσείο της Χίου κατασκευάστηκε μεταξύ του 1966 και του 1971 αλλά ανακατασκευάστηκε το 1998-1999.

Το μουσείο περιλαμβάνει ευρήματα της προϊστορικής και αρχαϊκής εποχής, τα οποία προέκυψαν από τις ανασκαφές της Βρετανικής Aρχαιολογικής Σχολής από το Eμπορειό, ευρήματα νεολιθικής εποχής από τις βρετανικές ανασκαφές στο Άγιο Γάλα, μαρμάρινα τμήματα απ’ το ναό του Φαναίου Aπόλλωνα και πολλά άλλα ευρήματα, κυρίως επιγραφές και κεραμεική. Ένα από τα σημαντικότερα εκθέματα αποτελεί η επιγραφή με το κείμενο της επιστολής του Μ. Αλεξάνδρου προς τους Χίους το 332 π.Χ.

5.2. Το Βυζαντινό Μουσείο Χίου (Μετζητιέ Τζαμί)

Το τζαμί αποτελεί κτίσμα του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα. Έχει δεχθεί μικρές επεμβάσεις συντήρησης και τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιείται ως Βυζαντινό Μουσείο στο οποίο φιλοξενούνται γλυπτά, επιγραφές, κεραμικά είδη λαϊκής τέχνης και μικροτεχνίας, ξυλόγλυπτα, μεταβυζαντινές φορητές εικόνες και αποτοιχισμένες βυζαντινές και μεταβυζαντινές τοιχογραφίες.

5.3. Βιβλιοθήκη Κοραή και Λαογραφικό Μουσείο και Πινακοθήκη Αργέντη

Η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Χίου “Κοραής” ιδρύθηκε για πρώτη φορά το 1792 ως παράρτημα της Μεγάλης Σχολής της Χίου και τον πυρήνα της αποτελούσαν τα βιβλία του Αδαμάντιου Κοραή και φίλων του, κυρίως Ελλήνων λογίων του εξωτερικού. Καταστράφηκε το 1822 και το 1881, οπότε μετεγκαταστάθηκε στο σημερινό κτίριο που διαμορφώθηκε τελικά με δωρεά του Φιλίππου Αργέντη. Αποτελεί την τρίτη μεγαλύτερη βιβλιοθήκη της Ελλάδας και περιλαμβάνει σημαντική συλλογή χειρογράφων κυρίως χιακού ιστορικού ενδιαφέροντος, συλλογή σπάνιων “ομηρικών εκδόσεων” και παλαιτύπων, σπάνιες εφημερίδες και περιοδικά του 19ου και 20ου αιώνα, και πολλές προσωπικές βιβλιοθήκες Χίων λογίων. Η σημαντικότερη από αυτές δωρήθηκε από τοιν Φίλιππο Αργέντη και περιλαμβάνει την πιο συστηματική συλλογή βιβλίων, περιηγητικών εκδόσεων, εντύπων και χαρτών για τη Χίο και συνακόλουθα για την ευρύτερη περιοχή.

Στο δεύτερο όροφο της Βιβλιοθήκης στεγάζεται το Λαογραφικό Μουσείο και Πινακοθήκη Αργέντη το οποίο περιλαμβάνει αντικείμενα, υφάσματα και ενδυμασίες, δείγματα του λαϊκού πολιτισμού της Χίου, καθώς και πίνακες και οικογενειακά κειμήλια των οικογενειών Αργέντη και Σκυλίτση.

5.4. Ναυτικό Μουσείο Χίου

Το Ναυτικό Μουσείο, που ανήκει στο Kοινωφελές Ίδρυμα A. και M. Πατέρα, στεγάζεται σε ένα διώροφο νεοκλασικό κτίσμα των αρχών του 20ου αιώνα. Στα εκθέματα του περιλαμβάνονται αρκετά πορτρέτα ιστιοφόρων και άλλων πλοίων Χιωτών καραβοκύρηδων, έργα του Χιώτη πλοιογράφου Αριστείδη Γλύκα (Βροντάδος 1870-1940), αντικείμενα τα οποία χρησιμοποιούνται κατά τη ναυσιπλοΐα, ομοιώματα πλοίων, διαφόρων περιόδων καθώς και σπάνιες φωτογραφίες από τη ναυτική ζωή.

5.5. Μουσείο Ιστορίας & Φυσικής του 1ου Γυμνασίου Χίου

Στεγάζεται στο κτίριο του 1ου Γυμνασίου Χίου, κτισμένο το 1885 σε συνέχεια των παλαιοτέρων κτιρίων της Σχολής της Χίου (1792) και του Γυμνασίου (1839). Πολύ ενδιαφέρουσα είναι η συλλογή με τα όργανα φυσικής και χημείας. όπως και τα εποπτικά εργαλεία, που μπορεί να συγκριθεί με την ανάλογη του Πανεπιστημίου Αθηνών.

5.6. Δημοτική Πινακοθήκη της Χίου

Η Δημοτική Πινακοθήκη στεγάζεται στο κτίριο των Δημοσίων Λουτρών της Χίου που κατασκευάστηκε ανάμεσα στο 1939 και το 1954 από τον αρχιτέκτονα Ιωάννη Δεσποτόπουλο. Φιλοξενεί έργα σημαντικών χιωτών δημιουργών και περιοδικές εκθέσεις.

5.7. Μουσείο Νίκου Γιαλούρη

Στο Μουσείο εκτίθεται ένα μέρος (75 έργα) και προσωπικά αντικείμενα του γνωστού χιώτη ζωγράφου και χαράκτη.

6. Το Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο

Το Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο ξεχωρίζει ανάμεσα στις πολιτιστικές εστίες του νησιού. Ιδρύθηκε το 1980 και στεγάζεται σε οικοδόμημα στην πόλη της Χίου, αποτέλεσμα δωρεάς του Μιχαήλ και της Σταματίας Ξυλά. Στόχος του είναι η προώθηση της τέχνης και της επιστήμης ως παραγόντων επιμόρφωσης και βελτίωσης των όρων ζωής, όπως και η διασύνδεση του νησιού με φορείς εκτός Χίου στο επίπεδο της επιστήμης, της εκπαίδευσης και εν γένει του πολιτισμού. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του έχει πραγματοποιήσει σειρά επιστημονικών και καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, ενώ στο πλαίσιό του λειτουργούν καλλιτεχνικά εργαστήρια.

7. Λαϊκός πολιτισμός – λαϊκή τέχνη

Η Χίος αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα της σύγκλισης του λαϊκού με τον λόγιο πολιτισμό. Σημαντικά στοιχεία του πολιτισμού των κυριάρχων του νησιού έχουν διαχυθεί στο λαϊκό πολιτισμό της πόλης και των χωριών. Επίσης αναμνήσεις σημαντικών γεγονότων της ιστορίας του νησιού έχουν επιβίώσει ως λαϊκά δρώμενα συνδεμένα με τις Απόκριες.

7.1. Κεραμεική

Σημείο αναφοράς για τη λαϊκή τέχνη αλλά και τα παραδοσιακά επαγγέλματα στο νησί αποτελεί το χωριό Αρμόλια, στο οποίο κατασκευάζονται εδώ και αιώνες κυρίως χρηστικά κεραμεικά. Ήδη από το 17ο αιώνα γνωρίζουμε ότι υπάρχει στο χωριό συντεχνία κεραμέων και το χωριό ταυτίζεται με την παραγωγή των κεραμεικών. Σήμερα, στα Αρμόλια, εκτός από τα χρηστικά σκεύη, εκτίθενται και πολλά διακοσμητικά κεραμεικά, παραγωγής των παραδοσιακών εργαστηρίων του χωριού αλλά και εισηγμένα.

7.2. Ξυλογλυπτική – γλυπτική

Η θρησκευτική τέχνη αναπτύχθηκε στη Χίο κυρίως στον τομέα της γλυπτικής και ιδιαίτερα της ξυλογλυπτικής. Περίφημα είναι τα χιώτικα τέμπλα, τα οποία γνώρισαν μεγάλη διάδοση τον 17ο - 19ο αιώνα στο Αιγαίο και τα μικρασιατικά παράλια. Τα χιώτικα τέμπλα αποτελούν ένα χαρακτηριστικό τύπο που συνδυάζει το ορθόδοξο εικονογραφικό πρόγραμμα με πλούσιο διάκοσμο από στοιχεία που προέρχονται από τη βυζαντινή και τη δυτική χριστιανική τέχνη. Χαρακτηριστικό τους στοιχείο είναι η ολόγλυφη παράσταση της Σταύρωσης στην κορυφή του τέμπλου με τα χαρακτηριστικά σύμβολα του Θείου Πάθους. Σημαντικότερα δείγματα της τέχνης αυτής είναι τα τέμπλα του Ταξιάρχη στο καστροχώρι των Μεστών (1833) και στον άγιο Δημήτρη στη Βέσσα (1840-41).

7.3. Λαϊκή θρησκεία

Γύρω από τη θρησκεία περιστρέφεται ένας ζωντανός λαϊκός πολιτισμός που διατηρείται ως τις μέρες μας. Το πιο εντυπωσιακό έθιμο είναι ο Ρουκετοπόλεμος που διεξάγεται στο Βροντάδο της Χίου τη βραδιά της Ανάστασης. Νεαροί κυρίως ενορίτες από τις ενορίες της Παναγιάς της Ερυθειανής και του Αγίου Μάρκου προσπαθούν με αυτοσχέδιες ρουκέτες και βεγγαλικά να κτυπήσουν το καμπαναριό της «αντίπαλης» ενορίας. Το έθιμο έχει τις ρίζες του στα τέλη του 18ου ή στις αρχές του 19ου αιώνα και πιθανόν συνδέεται με την εγκατάσταση προσφύγων από την Πελοπόννησο στην περιοχή.

Πολύ σημαντική για τη ζωή του νησιού είναι η διοργάνωση πανηγύρεων και πανηγυριών σε εξωκκλήσια και πλατείες των χωριών.

7.4. Δρώμενα

Τα σημαντικότερα δρώμενα διεξάγονται τις Απόκριες και περιστρέφονται γύρω από δυο πυρήνες. Ο πρώτος είναι ο γάμος και η κοινωνική ζωή γύρω από αυτόν και έχει την ίδια μορφή που παρουσιάζεται σε όλη περίπου την Ελλάδα, με διαφορετικές σε κάθε χωριό ενδυμασίες, μουσική και τελετουργικές πρακτικές. Ο δεύτερος είναι η ιστορία του νησιού. Το δρώμενο της Μόστρας στο χωριό Θυμιανά, την τελευταία Κυριακή της Απόκριας, συνδέεται με την επίθεση των πειρατών στο χωριό και την απόκρουση τους από τους ντόπιους, γεγονός το οποίο αναπαριστάται με τελετουργική πομπή και χορό οπλισμένων νεαρών (ταλίμι). Το όνομα Μόστρα φέρεται να προήλθε από την επίδειξη (μόστρα) των αιχμαλώτων πειρατών στην πλατεία του χωριού από τους Θυμιανούσους.

Ένα άλλο σημαντικό δρώμενο είναι του Αγά, που διεξάγεται στα καστροχώρια, Ολύμποι και Μεστά, την Καθαρά Δευτέρα. Πρόκειται για μια παρωδία της ανοιξιάτικης περιοδείας του Αγά του Μαστιχιού στα Μαστιχοχώρια. Ο Αγάς του δρωμένου καλείται να «δικάσει» τους πιο γνωστούς από τους επισκέπτες και να τους καταδικάσει σε πρόστιμα υπέρ των συλλόγων που διοργανώνουν τη γιορτή. Το δρώμενο συνοδεύεται από μεζέδες και άφθονη σούμα, ένα τοπικό απόσταγμα από σύκα, το οποίο ανακαλεί την υποχρέωση φιλοξενίας των οθωμανών φοροεισπρακτόρων και αξιωματούχων από τους χωρικούς.

8. Οι άγιοι της Χίου

8.1. Αγία Μαρκέλλα

Η Αγία Μαρκέλλα αποτελεί το μεγαλύτερο προσκύνημα στο νησί, πόλο έλξης σημαντικότερο και από αυτή τη Νέα Μονή. Βρίσκεται στα βορειοδυτικά, κοντά στη Βολισσό και, κάθε καλοκαίρι συγκεντρώνει πολλούς προσκυνητές. Η αγία Μαρκέλλα φέρεται να μαρτύρησε σε κοντινή παραλία, αρνούμενη να υποκύψει στην ασελγή διάθεση του πατέρα της. Τα πλούσια σε κοιτάσματα σιδήρου πετρώματα της περιοχής προσφέρουν ένα αιμάτινο σκηνικό που πλαισιώνει το αγίασμα στον τόπο του μαρτυρίου. Το όνομα Μαρκέλλα είναι ιδιαίτερα αγαπητό στη Χίο, όπως και το σπάνιο για την Ελλάδα Μάρκελλος.

8.2. Ο Άγιος Ισίδωρος και η μαστίχα της Χίου

Ο Άγιος Ισίδωρος μαρτύρησε στη Χίο το 255. Η παράδοση αναφέρει ότι οι βασανιστές του τον έσυραν δεμένο σε άλογα στο κακοτράχαλο και ακανθώδες έδαφος του νησιού και ότι στο αίμα και τον ιδρώτα του που πότισαν τη γη οφείλεται η ρητίνη της μαστίχας. Το ενδιαφέρον σε αυτή την ιστορία είναι ότι για τη μαστίχα έχουμε πολύ πρωϊμότερες μαρτυρίες από το χρόνο που μαρτύρησε ο άγιος.

Ο κενός τάφος του Αγίου Ισιδώρου βρίσκεται σε μια βασιλική του 5ου αι. κοντά στο Σκυλίτσειο Νοσοκομείο, μαζί με της αγίας Μερόπης. Το λείψανο του αγίου κλάπηκε από τον μοναχό Gerbanus Gerbani το 1125 και βρίσκεται στον Άγιο Μάρκο της Βενετίας. Ένα μόνο τμήμα του επιστράφηκε το καλοκαίρι του 1967 και φυλάσσεται στη Μητρόπολη της Χίου.

(Μιχάλης Βαρλάς - Άννα Μισαηλίδου)

9. Η ναυτιλία της Χίου

Η Χίος βρισκόταν σε κομβικό σημείο της θαλάσσιας γραμμής που ένωνε την Κωνσταντινούπολη με τη σιτοπαραγωγό Αίγυπτο και τις επαρχίες της Συρίας. Έτσι, κατά την πρώϊμη βυζαντινή περίοδο, οι Χίοι έμποροι διεξήγαγαν συναλλαγές αριούσιου οίνου και μαστίχας -ένα από τα λίγα προϊόντα πολυτελείας που εξήγε το Βυζάντιο- στα λιμάνια της Μεσογείου και τα μεγάλα αστικά κέντρα της εποχής.

Το νησί προσήλκυσε το ενδιαφέρον των ιταλικών εμπορικών πόλεων στο πλαίσιο της οικονομικής τους διείσδυσης στην Ανατολή που διευκολύνθηκε από αυτοκρατορικά προνόμια. Η γεωγραφική θέση του είχε σημασία και εξαιτίας της πρακτικής της ναυσιπλοΐας της εποχής που ήταν παράκτια. Ενταγμένο στο δίκτυο των θαλάσσιων δρόμων, το λιμάνι της Χίου αποτελούσε ενδιάμεσο σταθμό και για το εμπόριο της στυπτηρίας, του κασσίτερου καθώς και των ντόπιων και εισαγόμενων υφασμάτων. Με την αξιοποίηση του γενουατικού εμπορικού δικτύου -η Γένοβα είχε την πρώτη της επαφή με το νησί με αφορμή τη Συνθήκη του Νυμφαίου το 1261- τα προϊόντα της Χίου έφθαναν στις αγορές της Αρμενίας, Κύπρου, Ρόδου, Δαμασκού και Αλεξάνδρειας αλλά και σ’ αυτές της Μικράς Ασίας, Κωνσταντινούπολης, Κριμαίας και των ιταλικών πόλεων Βενετίας, Φλωρεντίας, Πίζας για να προωθηθούν στις μεγάλες αγορές της Δύσης. Ειδικευμένες υπηρεσίες αναπτύχθηκαν εκείνη την περίοδο στο νησί όπως ξένα πρακτορεία, τράπεζες, μεσιτικά γραφεία, ναυλομεσιτικές και ασφαλιστικές εταιρείες, καθώς και η ναυπηγική με την εκμετάλλευση των πλούσιων δασών του. Η «Ναυτική Επιτροπή» (officium maris ή giunta navale), που συγκροτούνταν από 4 ανθρώπους της Mahona, επέβλεπε τη ναυτική κίνηση της Χίου, κυρίως τη φορτοεκφόρτωση προϊόντων στο λιμάνι με δικαίωμα αστυνομικής εποπτείας, και εξόπλιζε το μικρό στόλο της Mahona.

Το εμπόριο που είχε ανθήσει επί Γενουατών δεν εξαλείφθηκε με την οθωμανική κατάκτηση (1566-1912). Η σχέση με τη Δύση συνεχίστηκε μέσω και της εγκατάστασης ξένων προξενείων στο νησί. Το εμπόριο μεταξωτών επίσης συνεχίστηκε: τα υφάσματα προσαρμόζονται τώρα στις προτιμήσεις των οθωμανών πελατών τους. Στη δημιουργία αξιόλογου χιώτικου ναυτικού συντελεί και η εγκατάσταση Χίων σε μια σειρά πόλεων και λιμανιών της Μεσογείου -με τη Σμύρνη κυριότερη μεταξύ αυτών- και της Μαύρης Θάλασσας. Κατά την περίοδο 1854-1885, οι Χίοι θα οδηγηθούν σε νέα οικονομική ακμή μέσω της ναυτιλίας με τη θετική αξιοποίηση των διεθνών συνθηκών. Σε έκθεση προξένου του 1868 κύρια ναυτική περιοχή του νησιού αναφέρεται ο Βροντάδος και κατά δεύτερο λόγο τα Καρδάμυλα, η Λαγκάδα και η Βολισσός.

Το λεγόμενο χιώτικο δίκτυο στο εμπόριο και τη ναυτιλία άκμασε κυρίως κατά το διάστημα 1830-1860. Οι Χίοι έμποροι θεωρούνται ότι θεμελίωσαν τις στρατηγικές βάσει των οποίων λειτούργησαν τα εμποροναυτιλιακά δίκτυα των Ελλήνων τον 19ο αιώνα. Οι Ράλληδες ξεχωρίζουν με τη διεθνή τους δραστηριοποίηση αλλά δεν υπολείπονται οικογένειες όπως εκείνες των Ροδοκανάκη, Δρομοκαΐτη, Αργέντη, Σκυλίτση, Σεβαστόπουλου, Πετροκόκκινου, Ζιζίνια. Οι χιώτικες επιχειρήσεις διεξήγαγαν εμπόριο χύδην φθηνού φορτίου (σιτηρά, μαλλί, βαμβάκι, λιναρόσπορο και ζωικό λίπος) και κατά δεύτερο λόγο αποικιακών προϊόντων, προϊόντων όπως κρασί, ξερά φρούτα και λάδι από τις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας προς τις χώρες της Δυτικής και Βορείου Ευρώπης. Μετέφεραν επίσης μεταποιημένα εμπορεύματα, κυρίως νήματα και υφάσματα, από χώρες της Δυτικής Ευρώπης στην Ανατολική Μεσόγειο. Μια μακρά αλυσίδα σταθμών και υποκαταστημάτων ξετυλίγονταν στη Μασσαλία, το Λιβόρνο, την Τεργέστη, την Αλεξάνδρεια, τα νησιά του Αιγαίου, όπως η Σύρος -το ανθηρό συριανό εμπόριο οφείλεται στη χιώτικη παροικία στο νησί- αλλά και στα χρηματοπιστωτικά κέντρα της Ανατολικής Μεσογείου, τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη.

Οι χιώτικες οικογένειες του τέλους του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα που ευδοκίμησαν στη ναυτιλία δεν μετέφεραν τον πλούτο τους στο νησί. Παρέμειναν κυρίως στην Αγγλία, στην κοινωνία της οποίας προσπάθησαν να ενταχθούν ιδρύοντας μερικά από τα πρώτα ελληνικά ναυτιλιακά γραφεία στο Λονδίνο. Και κατά τη μεταπολεμική περίοδο η Χίος καταγράφεται ως ένας από τους παραδοσιακούς ναυτότοπους. Οι Χιώτες κατέχουν την πρώτη θέση μεταξύ άλλων νησιών τόσο σε αριθμό επιχειρήσεων, όσο και σε χωρητικότητα των πλοίων των οποίων ήταν ιδιοκτήτες. Εκτός του κύκλου που καταγόταν από τις Οινούσσες, οι οικογένειες που ήλκαν την καταγωγή τους από τη Χίο και δραστηριοποιούνταν μεταπολεμικώς στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη προέρχονταν από τρία σημεία κυρίως του νησιού: από τα Καρδάμυλα οι οικογένειες Λιβανού, Καρρά, Χυλά και Φράγκου, από τον Βροντάδο οι οικογένειες Ανδρεάδη, Φαφαλιού, Λως, Πίττα, Μαργαρώνη και Μιχαληνού, ενώ από την πόλη της Χίου εκείνες των Χανδρή και Μίχαλου.

(Ελένη Μπενέκη)

10. Η μαστίχα

Η μαστίχα – το μαστίχι στην τοπική διάλεκτο - αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό προϊόν του νησιού. Ταυτίστηκε με τη Χίο και καθόρισε και την τύχη του νησιού μέχρι τον 20ο αιώνα.

Δεν είναι σαφές σε κάθε γλώσσα αν η μαστίχα έδωσε το όνομα της στην Χίο, αλλά κυρίως στην Ανατολή τα ονόματα του τόπου και του προϊόντος ταυτίζονται, όπως συμβαίνει στα συριακά (“Χίος”), στα περσικά (“Σεγέξ”), και βέβαια στα τούρκικα: “Σακίζ” είναι η μαστίχα και “Σακίζ Αντασί” η Χίος, το νησί της μαστίχας.

Το ελληνικό όνομα “μαστίχα” θεωρείται ότι προέρχεται είτε από το “μάστιξ” (-μαστίγιο), που καταδεικνύει το μαστίγωμα ως τρόπο παραγωγής της ρητίνης, είτε -το πιθανότερο- από το ρήμα “μαστάζω” (μασώ), εξ ου και mastic (>masticare=μασώ) στα λατινικά. Ο όρος μαστίχα στην ουσία είναι πλέον διεθνής και εμφανίζεται με μικρές παραλλαγές σε όλες σχεδόν τις ευρωμεσογειακές γλώσσες.

Το ενδιαφέρον είναι ότι το προϊόν έχει εντελώς διαφορετική ονομασία από το φυτό από το οποίο προέρχεται και το οποίο δεν είναι άλλο από τον πολύ κοινό σε ολόκληρη την μεσογειακή ζώνη σκίνο. Επειδή ο σχίνος έχει ευρεία διάδοση, από την Αρχαιότητα οι πηγές αναφέρονται στην Χία Μαστίχα. Σήμερα το μαστίχι αποτελεί προϊόν Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης. Ως γνήσια μαστίχα θεωρείται μόνο η χιώτικη.

10.1. Βιολογία – γεωγραφία της μαστίχας

Η μαστίχα προέρχεται από μια ιδιαίτερη ποικιλία σκίνου γνωστή στη βοτανολογία ως Pistacia lentiscus var Chia, και στην καθομιλουμένη απλώς μαστιχόδενδρο ή στην τοπική διάλεκτο σκίνο. Το μαστιχόδενδρο είναι θάμνος αειθαλής με ύψος ως 2-3 μέτρα και σε εξαιρετικές περιπτώσεις ως 5. Όλα τα μέρη του θάμνου διατρέχονται από ρητινοφόρους αγωγούς, οι οποίοι μεταφέρουν την ύλη που όταν έρχεται στην επιφάνεια σχηματίζει τη μαστίχα. Θάμνοι του είδους Pistacia lentiscus, δηλαδή σκίνα, φύονται σχεδόν σε όλες τις περιοχές γύρω από την Μεσόγειο θάλασσα και σε πολλές περιοχές παράγεται μια ρητίνη με ξεχωριστή μυρωδιά που μοιάζει με μαστίχα.

Από τις αρχές του 19ου αιώνα οι επιστήμονες διέκριναν ως ξεχωριστή την ποικιλία “Χία” για το φυτό. Ήδη όμως από την Αρχαιότητα διακρίνονταν η χιώτικη μαστίχα από τις άλλες ρητίνες των σκίνων της Μεσογείου επειδή ήταν πιο λευκή και εύγευστη. Ο Γαληνός, όπως και ο λατίνος Πλίνιος, διαχωρίζει την “Χία” από την “Αιγυπτία” μαστίχα και περιγράφει τη δεύτερη ως “μέλαινα” (μαύρη).

Μαστίχα, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, παράγεται μόνο στην Χίο και μάλιστα στο νότιο τμήμα του νησιού. Η ιδιαιτερότητα αυτή δικαιολογείται από τον εξαιρετικά μεγάλο αριθμό συστατικών στη χημική σύσταση της μαστίχας και τη δράση τεράστιου αριθμού βιοενζύμων για τη βιοσύνθεση της, όπως έδειξαν οι μελέτες του καθηγητή Θωμά Σαββίδη και άλλων συναδέλφων του. Σημαντικό συστατικό της μαστίχας αποτελεί το αναγνωρισμένο από την αρχαιότητα μαστιχέλαιο, ένα αιθέριο έλαιο που χαρίζει στη μαστίχα την ευωδιά και τη φρεσκάδα της γεύσης της. Με τον καιρό το μαστιχέλαιο εξατμίζεται και η μαστίχα χάνει την ελαστικότητα της, ξεραίνεται και κιτρινίζει. Παράγοντες όπως η γεωλογία και το κλίμα φαίνεται ότι επιδρούν επίσης αποφασιστικά. Ας έχουμε στο μυαλό μας ότι η περιοχή της μαστίχας στη νότια Χίο ορίζεται από ένα ηφαίστειο, του Εμπορειού στο νότο, και ένα σεισμικό ρήγμα στο κέντρο του νησιού από τον βορρά.

Σήμερα μαστίχα παράγουν 24 χωριά της Χίου, από τα οποία τα 21 αποτελούν τα παραδοσιακά Μαστιχόχωρα ή Μαστιχοχώρια και τα 3 ανήκουν στα Καμπόχωρα, σε μια περιοχή που ανέπτυξε την μαστιχοκαλλιέργεια τον τελευταίο αιώνα. Φαίνεται όμως ότι παλαιότερα τουλάχιστον ένα βορειότερο χωριό, τα Αυγώνυμα, παρήγαγε μαστίχα, δραστηριότητα που εγκατέλειψαν οι κάτοικοι του όταν ανέλαβαν ως υπηρεσία να εποπτεύουν το Αιγαίο για αμυντικούς σκοπούς. Το κέντρο της παραγωγής μπορεί να θεωρηθεί η περιοχή Δότια του χωριού Πυργί, όπου σώζεται και ένας οχυρωματικός πύργος. Πολλοί περιηγητές αναφέρουν τον τόπο ως το “πεδίο της μαστίχας” και σήμερα μπορεί να δει κανείς τα πιο περιποιημένα νεαρά μαστιχόδενδρα, τα πυξάρια.

Εκτός Χίου η μόνη προσπάθεια να δημιουργηθεί μαστιχοπαραγωγή έχει καταγραφεί στην Αμοργό μετά την Επανάσταση αλλά εγκαταλείφθηκε γρήγορα.

10.2. Παραγωγική διαδικασία – χρόνος

Η παραγωγή της μαστίχας αποτελεί μια διαδικασία που απαιτεί δεξιότητα, χρόνο και φροντίδα. Το μαστιχόδενδρο φυτεύεται με καταβολάδες και αναπτύσσεται για 5 χρόνια περίπου μέχρι να αρχίσει να παράγει μαστίχα. Η κορύφωση της απόδοσης του έρχεται ανάμεσα στα 10 και τα 15 χρόνια αλλά το δένδρο “ζει” για 40-50 χρόνια. Με τον καιρό και την καλλιέργεια η αρχική γκριζοπράσινη όψη του κορμού, γίνεται καφέ και αργότερα σκούρα γκρίζα, σημάδι γήρανσης του φυτού και αποτέλεσμα της παραγωγικής διαδικασίας.

Η μαστίχα παράγεται με την χάραξη –κέντημα- του κορμού με ένα αιχμηρό εργαλείο, το κεντητήρι ή τιμητήρι, ή με ένα ιδιότυπο εργαλείο που μοιάζει με σφυρί ή μικρό τσεκούρι. Η ρητίνη έρχεται στην επιφάνεια του δένδρου ή πεφτει στο ειδικά διαμορφωμένο έδαφος γύρω από τον κορμό και κάτω από τα μεγαλύτερα κλαδιά, όπου “στεγνώνει”, σταθεροποιείται δηλαδή σε μικρά ή μεγαλύτερα ψυχία. Η μαστίχα που κρέμεται από τον κορμό είναι εντυπωσιακά διαυγής και αποτελεί την πιο καθαρή μορφή του προϊόντος, αν και η καλύτερη ποιότητα για την αγορά θεωρείται το μεγαλύτερο μέγεθος, η πήτα, που μπορεί να μασηθεί μετά από μια φάση σταθεροποίησης σε δροσερό αποθηκευτικό χώρο.

Ο κύκλος της φροντίδας του δένδρου και της παραγωγής και επεξεργασίας του μαστιχιού καλύπτει ολόκληρο σχεδόν το έτος. Ξεκινά με την εκσκαφή, τη λίπανση και το κλάδεμα που ρυθμίζει την έκθεση του μαστιχιού στον ήλιο και την κυκλοφορία του απαραίτητου για την σύμπηξη της ρητίνης αέρα. Τον Ιούνιο με Ιούλιο διαμορφώνεται ο χώρος γύρω από τα δένδρα, καθαρίζεται από χόρτα, πέτρες, χώμα, σκουπίζεται και στρώνεται με ένα λεπτό στρώμμα λευκής άμμου που βοηθά στην πήξη αλλά και στην καθαριότητα της ρητίνης που πέφτει στο έδαφος. Οι περιηγητές των νεότερων χρόνων πολλές φορές νόμιζαν ή ήθελαν να πιστεύουν ότι οι Χιώτες άπλωναν υφάσματα για να συλλέγουν το μαστίχι. Τον Ιούλιο με Αύγουστο οι μαστιχάδες κεντούν τον κορμό επαναλαμβανόμενα μια με δύο φορές την εβδομάδα για να τρέξει η ρητίνη. Τέλη Αυγούστου με Σεπτέμβρη διεξάγεται με τα χέρια η συλλογή, νωρίς το πρωί για να μην κολάει η μαστίχα, και το προϊόν αποθηκεύεται σε δροσερό και ξηρό χώρο για να ολοκληρωθεί η πήξη του και να μπορεί να γίνει περαιτέρω επεξεργασία. Το κέντημα και η συλλογή μπορεί να επαναληφθεί μετά το πρώτο μαζεμα. Την εποχή αυτή τα χωράφια και τα σπίτια στα Μαστιχοχώρια αναδίνουν μια γλυκιά μυρωδιά από το φρέσκο μαστίχι.

Το προϊόν πλένεται και καθαρίζεται με το χέρι στα σπίτια ή στις ειδικές μονάδες που έχει οργανώσει ο τοπικός συνεταιρισμός, κυρίως από παρέες γυναικών, οι οποίες πρωτοστατούν στα περισσότερα στάδια της μαστιχοπαραγωγής. Μετά την επεξεργασία αυτή το μαστίχι είναι έτοιμο να καταναλωθεί, να συσκευαστεί για το εμπόριο στη φυσική του μορφή ή να προωθηθεί για βιομηχανική επεξεργασία.

10.3. Η Ένωση Μαστιχοπαραγωγών Χίου και η εταιρική ανάπτυξη της μαστιχοπαραγωγής

Η οργάνωση της παραγωγής και της βιομηχανικής επεξεργασίας αποτελεί έργο κυρίως της Ένωσης Μαστιχοπαραγωγών Χίου (ΕΜΧ), ένός συνεταιρισμού που αποτελείται από τους 20 τοπικούς συνεταιρισμούς των χωριών και ιδρύθηκε το 1938 με τον αναγκαστικό νόμο 1390 με πρωτεργάτη τον γιατρό Γεώργιο Σταγκούλη. Η Ένωση συγκεντρώνει το σύνολο σχεδόν της παραγωγής και το επεξεργάζεται τόσο στη φυσική του μορφή, όσο και στα βιομηχανικά προϊόντα και υποπροϊόντα. Από το 1957 λειτουργεί το εργοστάσιο της τσίκλας ΕΛΜΑ που αποτελεί το πιο γνωστό βιομηχανικό προϊόν της. Σήμερα η επεξεργασία της μαστίχας και η εμπορία της σε φυσική μορφή ή ως συστατικό βιομηχανικών προϊόντων αποτελεί έναν δυναμικά αναπτυσσόμενο τομέα με αιχμές τα προϊόντα καλλωπισμού, ίασης και γαστρονομίας. Εκτός από την ΕΜΧ αναπτύσσονται και εταιρείες μη συνεταιριστικές, με κυριότερη την εταιρεία Mastic Spa, που προήλθε από μια παλιά φαρμακευτική επιχείρηση του νησιού. Η προώθηση επιχειρείται με τις αλυσίδες καταστημάτων Mastic Shop της ΕΜΧ και Mastic Spa και την συμμετοχή των εταιρειών σε πολυκαταστήματα και εμπορικά κέντρα αιχμής, όπως ο Αερολιμένας Αθηνών Ελευθέριος Βενιζέλος.

10.4. Προϊόντα και χρήσεις

Η μαστίχα αποτελεί η ίδια προϊόν προς κατανάλωση μετά την οικιακού τύπου επεξεργασία της, κυρίως για μάσηση. Η μάσηση εκτός από την ευοσμία συνιστάται για λόγους υγιεινής του στόματος και ορθοδοντικής. Η μαστίχα διατίθεται σε διάφορα μεγέθη και ποιότητες με καλύτερες την πήτα, τα μεγαλύτερα ψιχία, και το φλισκάρι, τα μικρά και διαυγή “δάκρυα”. Σε τρίμμα ή σκόνη χρησιμοποιείται η μαστίχα στη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική και διαλυμένη στο νερό ως ήπιο φάρμακο κατά μιας σειράς από παθήσεις του στομάχου και κατά της χοληστερίνης. Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα η μαστίχα χρησιμοποιείται είτε στη γαστρονομία είτε στη φαρμακευτική στη φυσική της μορφή. Οι φαρμακοποιοί που παρασκεύαζαν τις συνταγές ακολουθούσαν τις συνταγές από τις φαρμακολογίες που κυκλοφορούσαν στις ευρωπαϊκές γλώσσες, όπως και στα τουρκικά, τα αραβικά και τα ελληνικά.

Μια από τις γνωστότερες χρήσεις της μαστίχας είναι η χρήση στην παρασκευή του Αγίου Μύρου καθώς και η χρήση της ως σταθεροποιητικού και πρώτης ύλης για την αγιογραφία και τη δημιουργία εικόνων. Σε θρησκευτικό πλαίσιο η παλαιά κυρίως μαστίχα χρησιμοποιείται ως θυμίαμα, κάτι που βρίσκει οικιακή χρήση και στον αραβικό κόσμο ως τις μέρες μας. Στην αρχαία Αίγυπτο η μαστίχα χρησιμοποιούνταν επίσης για την ταρίχευση των νεκρών, ενώ σε διάφορα διαλύματα είχε αντισηπτικές και στυπτικές χρήσεις.

Η βιομηχανία ποτών και γλυκών αποτελεί έναν από τους πρώτους τομείς βιομηχανικής αξιοποίησης της μαστίχας. Τα ηδύποτα και τα αποστάγματα με μαστίχα διαδόθηκαν και πέραν των σημερινών ελληνικών εδαφών και μάλιστα το “εθνικό” απόσταγμα της ΠΓΔΜ φέρει την επωνυμία Μastika. Άλλοι τομείς βιομηχανικής αξιοποίησης του προϊόντος είναι η φαρμακευτική, η κοσμητική, η βιομηχανία χρωμάτων, σταθεροποιητικών, χρωστικών και πλαστικών. Από την βιομηχανική επεξεργασία της μαστίχας προκύπτει κατ’ αρχήν το μαστιχέλαιο, το οποίο παράγεται με την απόσταξη της μαστίχας και χρησιμοποιείται κυρίως στη φαρμακευτική, στη ζαχαροπλαστική, στη βιομηχανία καλυντικών και σε άλλες χημικές βιομηχανίες, αλλά και στην παρασκευή του Αγίου Μύρου. Το υπόλοιπο της απόσταξης είναι το κολοφώνιο, ουσία που αξιοποιείται στη βιομηχανία ιατρικών νημάτων και πλαστικών. Μαστιχέλαιο παράγονταν και χρησιμοποιούνταν από την Αρχαιότητα αλλά δε γνωρίζουμε λεπτομέρειες για την παραγωγική διαδικασία.

Από τη δεκαετία του 1950 αιχμή για την εμπορική προώθηση της μαστίχας αποτελούσε η παραγωγή των κουφέτων της τσίκλας ΕΛΜΑ (ΕΛληνική ΜΑστίχη), η οποία χρησιμοποιεί μασητική βάση και άρωμα φυσικής μαστίχας για να ανταγωνιστεί τις μοντέρνες βιομηχανικές τσίκλες που εκτόπιζαν από την αγορά το φυσικό κόμμι. Σήμερα δημιουργούνται διαρκώς νέα προϊόντα με άρωμα μαστίχας σε τσίκλες αξιοποιώντας τις σύγχρονες τάσεις, χωρίς ζάχαρη ή σε συνδυασμό με άλλα υλικά. Η γεύση και το άρωμα της μαστίχας εμπλουτίζουν σήμερα με μεγάλη επιτυχία μια σειρά προϊόντων κυρίως στους τομείς της κοσμητικής, της στοματικής υγιεινής και της βιομηχανίας των παραδοσιακών γεύσεων.

10.5. Ιστορία της κατανάλωσης και ιστορία του μαστιχιού: το εκκρεμές ανάμεσα στη Δύση και στην Ανατολή

Η κατανάλωση και χρήση της μαστίχας αρχίζει από την Αρχαιότητα. Πρώτες αναφορές έχουμε στον Ηρόδοτο, ο οποίος αναφέρει τη χρήση της στην ταρίχευση, αλλά ο σημαντικός όγκος των κειμένων που αφορούν στις χρήσεις της μαστίχας προέρχεται από συγγραφείς της ύστερης αρχαιότητας, από τους πρώτους αιώνες μετά την γέννηση του Χριστού. Οι κυριότερες αναφορές βρίσκονται στο έρδο του Διοσκουρίδη (1ος αι. Μ.Χ.), του Πλίνιου (23-79 μ.Χ.) και του Γαληνού (131-200 μ.Χ.). Η μαστίχα χρησιμοποιούνταν για παθήσεις ή διαταραχές του πεπτικού συστήματος (στομαχόπονοι, κοιλιακές διαταραχές, έμετοι κλπ), στην υγιεινή του στόματος (καθαρισμός οδόντων, δυσοσμία, ουλίτιδα, οδοντικές παθήσεις) και σε κάθε είδους προβλήματα του οποίου αγνοούνταν η αιτία ή για το οποίο δεν υπήρχε μέθοδος θεραπείας. Η μαστίχα δηλαδή χρησιμοποιούνταν ως πανάκεια. Παράλληλα αξιοποιούνταν για τον καλλωπισμό, ως αντηλιακό, για την λεύκανση του προσώπου κλπ., ενώ στους ρωμαϊκούς χρόνους ανάγεται η δημιουργία του πρώτου ποτού με άρωμα μαστίχας, του μαστιχίνου ή μαστιχοίνου (masticatum).

Οι χρήσεις της μαστίχας φαίνεται ότι δεν αλλάζουν σημαντικά για αιώνες, εκτός ίσως από την χρήση της στη ζωγραφική. Αυτό που αλλάζει είναι οι αφέντες του νησιού και οι διαχειριστές της μαστίχας. Η πρώτη σαφής εικόνα για την οργάνωση της παραγωγής μας έρχεται από τα χρόνια της γενοβέζικης κατοχής του νησιού (1346-1566), όταν το προϊόν μονοπωλείται από την Mahona. Την σκυτάλη παίρνουν οι Οθωμανοί από το 1566, οι οποίοι διαχειρίζονται το προϊόν προς όφελος του Σουλτάνου και με κατεύθυνση την Πόλη, από όπου το προϊόν διανέμεται. Παρά τα “προνόμια” των μαστιχοκαλλιεργητών, ουσιαστικά μέχρι το 1839 οι μαστιχάδες βιώνουν ένα ιδιότυπο καθεστώς ασφυκτικού ελέγχου και περιορισμών και αυστηρών απαγορεύσεων για τη διαχείριση της γης και της παραγωγής τους.

Η χρήση της μαστίχας αυτή την περίοδο πολώνεται ανάμεσα στη χρήση από τους δυτικούς,η οποία αφορά κυρίως την φαρμακευτική και κοσμητική, και από τους ανατολίτες, που τη χρησιμοποιούν κυρίως στην κουζίνα, ως αρωματικό χώρου, για μάσημα, αλλά και στο πλαίσιο της θρησκευτικής λατρείας. Κοινή πρέπει να θεωρείται η λειτουργία της ως αφροδισιακού, κάτι όμως που δεν γίνεται πρόδηλο στα κείμενα.

Ο 19ος και ο 20ος αιώνας φέρνουν τη βιομηχανική αξιοποίηση και τελευταία την ανακάλυψη του προϊόντος από τη Δύση στη φυσική του μορφή για μάσηση ή ως ήπιο θεραπευτικό μέσο, όπως και την παγκοσμιοποιημένη χρήση του στη βιομηχανία της ομορφιάς, εκτός από τους τομείς των φαρμάκων, των πλαστικών, των χρωμάτων και των σταθεροποιητικών.

Σήμερα, όπως και στην αρχαιότητα, το νησί ταυτίζεται επικοινωνιακά με το προϊόν χάρη στη στροφή του κόσμου στα φυσικά προϊόντα και την επανανακάλυψη της παράδοσης. Η μαστίχα, που για χρόνια λειτούργησε ως συμπληρωματικό μέσο για την χιώτικη οικονομία, φαίνεται ότι μπορεί να αποτελέσει και παράγοντα ανάπτυξης.

(Μιχάλης Βαρλάς - Άννα Μισαηλίδου)